Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

KKE ΣΥΡΑΣ Να μην περάσει η εργασιακή ζούγκλα των Ε.Ο.Ζ.


 

    Το Περιφερειακό Συμβούλιο Νοτίου Αιγαίου στις 1 Σεπτεμβρίου  στην Λέρο κατόπιν εισήγησης της πλειοψηφίας θα συζητήσει  την έγκριση    του επιχειρησιακού σχεδίου που μεταξύ άλλων προβλέπει την  λειτουργία « Ειδικών Οικονομικών Ζωνών» - ΕΟΖ στην Ρόδο και την Σύρο – αρχικά . Με οδηγό την πολιτική  της Ευρωπαϊκής Ένωσης , ΤΡΟΙΚΑ  τρικομματικής κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ – η πλειοψηφούσα παράταξη στο συμβούλιο, θέλει να μετατρέψει την Σύρο και τα νησιά σε φορολογικό παράδεισο για  το μεγάλο κεφάλαιο και σε εργασιακή κόλαση για τους εργαζομένους.  Πρόκειται για ειδικό καθεστώς φορολογικής ασυλίας, τόσο για τις εισαγωγές όσο και τις εξαγωγές, σε ειδικό καθεστώς εργασιακών σχέσεων και απαλλαγμένες από την τήρηση Συλλογικών Συμβάσεων και κάθε κατάκτησης των εργαζομένων. Δηλαδή θα μπορούν να απασχολούν τους εργάτες ως σύγχρονους σκλάβους, με μισθούς πείνας, με ωράρια εργασίας πολύ μεγαλύτερα του 8ωρου και του 10ωρου και άλλες ελαστικές μορφές εργασίας.

 

ΚΑΜΙΑ ΑΥΤΑΠΑΤΗ

 

Η δημιουργία των ΕΟΖ προβάλλεται επενδυμένη με τα γνωστά παραμύθια για ανάπτυξη της περιοχής και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, για αύξηση δημοσίων εσόδων κ.ο.κ. Η διεθνής πείρα, αποδεικνύει ότι οι επιχειρήσεις των ΕΟΖ, χρησιμοποιούν εισαγόμενες πρώτες ύλες χωρίς δασμούς, δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρους και ελάχιστα διασυνδέονται με την τοπική οικονομία. Όσο για το επιχείρημα ότι θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για να αντιμετωπιστεί η ανεργία της περιοχής και αυτό αμφισβητείται. Η ελεύθερη διακίνηση προσωπικού και η οδηγία Μπολκεστάιν δίνουν τη δυνατότητα στους επιχειρηματικούς ομίλους είτε να φέρνουν εργαζόμενους από άλλες χώρες, είτε να χρησιμοποιούν ντόπιο προσωπικό με τους όρους που ισχύουν στις χώρες προέλευσης των επιχειρήσεων. Με αρνητικά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους και ευρύτερα για το λαό κάθε περιοχής, όπου θα εγκατασταθεί τέτοια ΕΟΖ. Γιατί οι συνθήκες δουλεμπορίου επεκτείνονται και εκτός ΕΟΖ, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων που δεν κατάφεραν να ενταχθούν. Οι εργάτες καλούνται να υποταχτούν στο ξεζούμισμά τους για τα κέρδη της πλουτοκρατίας, να ζουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους σε συνθήκες κολαστηρίου για τις επόμενες δεκαετίες.Η πείρα από τα εργασιακά γκέτο που έχουν  δημιουργηθεί σε ΚΙΝΑ ,ΙΝΔΙΑ, ΠΟΛΩΝΙΑ κ.λπ. , δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες. Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να μειώσουν άλλο τις απαιτήσεις τους.

 

ΚΑΜΙΑ ΑΝΟΧΗ

 

Πρέπει να νιώσουμε  ότι έχουμε  τη δύναμη να κάνουμε  τη ζωή μας  καλύτερη και να παλέψουμε γι' αυτό. Η λογική της υποταγής στις προσταγές της πλουτοκρατίας, των πολιτικών και συνδικαλιστικών της εκπροσώπων, δεν αποτελεί επιλογή. Αντίθετα οδηγεί στην εξαθλίωση της εργατικής τάξης, και του λαού.

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ

 

Σήμερα, τώρα, επιβάλλεται να οργανωθεί ο αγώνας για αμοιβές, εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες. Αγώνας ενάντια στα μονοπώλια. Μόνο ένας τέτοιος αγώνας μπορεί να ανοίξει το δρόμο σε κατακτήσεις, ενώ θα ενισχύει την πάλη για οριστικές αλλαγές σε όφελος του λαού, που θα έρθουν μόνο μέσα από την μονομερή διαγραφή του χρέους, την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων και την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

To καθεστώς

του Μάρκου Φρέρη

Αν όμως το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ παραμένει, πιθανώς εκόν-άκον, αθώο από τυχόν καθεστωτικές παρεκτροπές, δεν ισχύει το ίδιο για χαμηλότερη και γεωγραφικώς στενότερη βαθμίδα της εξουσίας, υπό την οποία διατελούμε. Εννοώ την πρωτοβάθμια τοπική μας αυτοδιοίκηση και ειδικότερα το Δήμο της Ερμούπολης. Όπου μια παράταξη, η λεγόμενη «Δημοκρατική Ερμούπολη» δεν άρχει απλώς για είκοσι περίπου χρόνια. Αλλά, παραμένοντας μεν υπό την αρχική, πασοκική κομματική της αιγίδα, διευρυνόμενη δε κατά καιρούς και συχνά επιτυχώς προς άλλους κομματικούς χώρους (μηδέ της ΝΔ εξαιρουμένης) έχει, δυστυχώς, διαμορφώσει και, τα τελευταία χρόνια, εφαρμόσει μια μονοπωλιακή, ηγεμονική αντίληψη ασκήσεως της δημοτικής εξουσίας.
Όπως έχω υποχρέωση, εξηγούμαι. Η ευρεία λαϊκή της πλειοψηφία (πολύ ευρύτερη αυτής του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ), η έλλειψη οποιουδήποτε θεσμικού ή, έστω, απλώς πολιτικού αντιβάρου, η αίσθηση μιας τεχνογνωστικής ως προς την άσκηση της δημοτικής εξουσίας υπεροχής, η εμπιστοσύνη στην επικοινωνιακή πειθώ του επικεφαλής της (μπροστά στο χαμόγελο ή το βούρκωμα του «καλού παιδιού» αφοπλίζεται κάθε γκρίνια, δυσφορία ή και αγανάκτηση) έχουν καλλιεργήσει στη σημερινή δημοτική αρχή την πεποίθηση ότι και πρέπει και μπορεί να διαιωνίζεται. Μια σχετική υπό την κορυφή της παράταξης κινητικότητα (στελέχη πάνε και έρχονται, ως γνωστόν στη «Δημοκρατική Ερμούπολη»!) της προσδίδει την αναγκαία εκάστοτε ελάχιστη επίφαση ανανέωσης. Κι αν όλα πήγαιναν στην Ερμούπολη καλά, αν το έργο της δημοτικής της αρχής ήταν ικανοποιητικό, τότε η ανελαστικότητα του βασικού της επιτελείου θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και πλεονέκτημα.
Καθώς γνωρίζουν όμως οι αναγνώστες μου, κατά τη γνώμη του γράφοντα, οι επιδόσεις της δημοτικής αρχής δεν μπορούν να θεωρηθούν εν γένει ικανοποιητικές. Μείζονα προβλήματα που απειλούν μάλιστα με ανεπανόρθωτη καταστροφή την ίδια την προσφάτως φιλοτεχνημένη και προβεβλημένη τουριστική εικόνα του νησιού, όπως το κυκλοφοριακό της Ερμούπολης, εξακολουθούν ν’ αντιμετωπίζονται με σπασμωδική αποσπασματικότητα και ψηφοδεή αναποφασιστικότητα. Η χρηματοδοτούμενη από πακτωλό κοινοτικών πόρων «ανάπλαση» του ιστορικού κέντρου της Ερμούπολης συντελείται με αυτόματο πιλότο! Ερήμην δηλ. της εποπτείας και του ελέγχου των πολιτικών υπευθύνων του Δήμου. Με αποτέλεσμα την αμφισβήτησή της όχι μόνο από αυτοσχέδιους σαν την αφεντιά μου, αρχιτέκτονες-ενεργούς δημότες των ανά την Ερμούπολη καφετεριών και των ανά τον τοπικό τύπο μονοστήλων. Αλλά και από τεχνικώς επαΐοντες και πολιτικώς αρμοδίους, όπως ο Υπουργός Αιγαίου. Το ανακαινισμένο θέατρο «Απόλλων», δύο πλέον χρόνια μετά την ουσιαστική ολοκλήρωσή του, δεν έχει αναδειχτεί σε μόνιμο, οργανωμένο, άξονα μιας διαρκούς (επί ετήσιας βάσεως) και όχι περιοδικής (κατά την περίοδο της τουριστικής αιχμής) καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής. Καίριοι τομείς της δημοτικής δραστηριότητας, όπως η ύδρευση, χωλαίνουν όταν ακριβώς (δηλ. την εποχή της εξάρσεως του τουριστικού ρεύματος) πρέπει να λειτουργούν άψογα. Και το καζινικό Βατερλό τόσο των οικονομικών χειρισμών όσο και των κοινωνικών παρεμβάσεων του Δήμου μπουρδουκλώνεται αδέξια αλλ’ επίμονα πίσω από πέπλα ανεπίτρεπτης διαφάνειας. Κι αντί ο Δήμος να χειρίζεται όλες αυτές τις εντελώς ενδεικτικά αναφερόμενες υστερήσεις με την συστολή και τη σεμνότητα που αρμόζει στην, επιτέλους, ως ένα σημείο, φυσική τους δυσκολία, αντιμετωπίζει τη σχετική κριτική, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία των εκπροσώπων του, είτε με επίκληση της γενικότερης παραγωγικότητάς του είτε με αλαζονική, αυτάρεσκη και κομπορρήμονα παράκαμψή τους.
Την υποκειμενική πεποίθηση της διάρκειας και την αντικειμενική εντύπωση του ολοκληρωτικού ελέγχου της τοπικής δημόσιας ζωής μας, την υποκειμενική δηλ. και αντικειμενική αντιστοίχως υπόσταση της καθεστωτικής παραφθοράς της παρούσας δημοτικής αρχής πληρούν ωστόσο καθοριστικά δύο άλλα φαινόμενα. Αφενός η εξαιτίας της εικοσαετούς ήδη θητείας της, εξάρτηση του στελεχιακού δυναμικού του Δήμου από το στενό σταθερό πυρήνα των «ισχυρών» της και η, με έστω ήπια πελατειακά μέσα, μετατροπή του δυναμικού αυτού σε «μηχανισμό» ελέγχου όχι πλέον του Δήμου αλλά και της κοινωνίας μας ως τους πιο ιδιωτικούς φορείς και τις πιο ιδιωτικές πτυχές της. Και αφετέρου η απουσία συγκεκριμένου, τεκμηριωμένου και πειστικού πολιτικού αντιλόγου. Με διεκδικήσεις μειοψηφικής συμμετοχής π.χ. στα συνδετικά Δήμου και καζίνο(υ) όργανα ή τοπικιστικές αξιώσεις συνεδριάσεώς τους εν Ερμουπόλει ούτε φωτίζεται ούτε λύνεται το μέγα καζινικό ζήτημα. Και με σφοδρές κονταρομαχίες που όμως καταλήγουν σε ύποπτες επί πελατειακώ συμψηφισμώ ομοφωνίες δε βγαίνουμε από το αποπνικτικό κυκλοφοριακό μας τέλμα. Δεν αποκλείω καθόλου ο ίδιος ο κ. Δήμαρχος να είναι ψυχικά ξένος προς την καθεστωτική ύβρι, που έχει φθάσει μέχρι να εξαρτά την πρόσβαση στο έμψυχο και άψυχο υλικό του θεάτρου «Απόλλων» από τη δήλωση νομιμοφροσύνης στα πολιτιστικά «αφεντικά» του Δήμου. Η προσωπική και μοναχική όμως αθωότητα δεν είναι εν γένει στην πολιτική επαρκές άλλοθι. Και σίγουρα δε φτάνει για ν’ αναστείλει την, επί ενδεχομένως δικαίους και ασφαλώς αδίκους, Νέμεση, όταν έλθει η ώρα της.

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Το δημοτικό σχολείο Κέας – ένα άλλο Γεφύρι της Άρτας


Μια φορά και έναν καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, αποφασίστηκε η ανέγερση ενός δημοτικού σχολείου στην Κέα, με δυνατότητα στέγασης 150 μαθητών. Τότε, λεφτά υπήρχαν.
Πριν όμως χτιστεί το σχολείο, έπρεπε να γίνουν κάποιες μελέτες. Η εκπόνηση αυτών των μελετών δημοπρατήθηκε το μακρινό 2003.
Από τότε μέχρι σήμερα, παραλήφθηκε η οριστική μελέτη του έργου το 2005 η οποία εγκρίθηκε μετά από τέσσερα (4 !!!) χρόνια, ακολούθησε η γεωτεχνική μελέτη, για να φτάσουμε στο 2012 και να εγκριθεί η μελέτη εφαρμογής! Στην σημερινή συνεδρίαση της Οικονομικής Επιτροπής εγκρίθηκε ο «τελικός ανακεφαλαιωτικός πίνακας» για να εξοφληθούν οι μελετητές. Επειδή, σύμφωνα με τη μελέτη, ο προϋπολογισμός του έργου προέκυψε υψηλότερος από τον αρχικό, οι μελετητές πρέπει να πληρωθούν… 161.000 ευρώ περισσότερο από όσο είχε συμφωνηθεί το 2003!
Για την ιστορία, επισυνάπτω την εισήγηση της υπηρεσίας που συνοδεύει τον τελικό ανακεφαλαιωτικό πίνακα.
Μάλιστα, κατά τη εισήγηση του θέματος η περιφερειακή αρχή δεν έδειξε ίχνος ντροπής για την δεκαετή καθυστέρηση των μελετών. Κανείς δεν αναζήτησε ευθύνες αυτά τα δέκα (10) χρόνια. Ούτε μετά την τοποθέτηση του υπογράφοντος μπήκε κανένας στον κόπο να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Όλοι, μόνο κούνησαν το κεφάλι τους συγκαταβατικά, σαν να λέγανε: μην το ψάχνεις, έτσι είναι τα πράγματα.
Αν η νομαρχιακή ή η περιφερειακή αυτοδιοίκηση χρειάζεται μία δεκαετία για να εκπονήσει μία μελέτη, τότε δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε γιατί φτάσαμε εδώ. Μάλλον είμαστε άξιοι της μοίρας μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΜΑΝΩΛΗΣ

http://www.gipapamanolis.gr/pna/sxolia-pna/275-13syn-oikepitr.html

ΠΩΛΕΙΤΑΙ η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου



Η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου με ευθύνη του Περιφερειάρχη και των Αντιπεριφερειαρχών εισάγει προς ψήφιση στο επόμενο Περιφερειακό Συμβούλιο που θα πραγματοποιηθεί στη Λέρο το Σάββατο 1η Σεπτεμβρίου το «Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης».

 

Ειδικό βάρος στο φερόμενο ως Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης, δίδεται στην πρόταση για τη δημιουργία Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ) στις πρωτεύουσες των Νομών Κυκλάδων και Δωδεκανήσου, Σύρο και Ρόδο. Τη δημιουργία των Ειδικών Οικονομικών Ζωνών προτείνει με “επιστημονικό” τρόπο το Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου αντλώντας την “επιχειρηματολογία” του αποκλειστικά από άρθρα της εφημερίδας «Καθημερινή» συμφερόντων «Αλαφούζου»! Αλήθεια πιο “επιστημονικό” κριτήριο επιβάλλει σε μια ολόκληρη περιφέρεια την εφαρμογή πολιτικών υποτέλειας; Ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται μέσω της “επιστημονικής” μελέτης του Ινστιτούτου;

 

Φαίνεται πως αυτό που στην πραγματικότητα επιχειρείται από την ηγεσία της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, μέσω της έγκρισης των συγκεκριμένων προτάσεων, είναι  να αποσπάσει από τους Περιφερειακούς Συμβούλους μια εν λευκώ έγκριση για την ακόμα πιο ασύστολη εφαρμογή της πολιτικής των Μνημονίων, της πολιτικής της Υποτέλειας που αταλάντευτα συνεχίζει η Τρόικα Εσωτερικού.

 

Για την ενημέρωση των συμπολιτών μας, η έγκριση των Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ) από το Περιφερειακό Συμβούλιο, όπου αυτές εφαρμοστούν σημαίνει :

·        Εφαρμογή ελαστικών εργασιακών σχέσεων (υποχρεωτικές υπερωρίες, εργασιακή ανασφάλεια, υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας, χρήση πιεστικών πρακτικών προκειμένου να επιτευχθούν οι προθεσμίες και τα πλάνα της παραγωγής κ.λπ.)

·        Χαριστικά προνόμια στους επενδυτές (φοροαπαλλαγές, αδασμολόγητη εισαγωγή εξοπλισμού)

·        Καταστρατήγηση των νόμων περί προστασίας του περιβάλλοντος (fast track στη χρήση γης)

·        Διαστρέβλωση του χωροταξικού σχεδιασμού

·        Ελεύθερη εξαγωγή κερδών  χωρίς υποχρέωση επανεπένδυσης

·        Περιορισμό των δικαιωμάτων του κυρίαρχου κράτους (παραχώρηση κυριαρχίας εφάφους)

·        Εξαφάνιση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και  περιορισμό των θέσεων εργασίας (δημιουργία μονοπωλιακών επιχειρήσεων)

·        Χρήση νέων τεχνολογιών & όχι έρευνα και ανάπτυξη αυτών

 

Αποτελεί τον Δούρειο ίππο της πολιτικής σοκ με σκοπό την αποικιοκρατική επέλαση διεθνών επενδυτικών συμφερόντων, που επιθυμούν να καρπωθούν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, και προφανώς και του Νοτίου Αιγαίου, να εκμεταλλευτούν ασύδοτα το εργατικό της δυναμικό και να καταγράψουν κέρδη χωρίς κανένα κοινωνικό αντάλλαγμα, αφήνοντας ερείπια μετά την ολοκλήρωση των σχεδίων τους. (Στάθης Κουτρουβίδης, ιστορικός εφημ. ΕΠΟΧΗ 29/10/2011)

 

Η ανάπτυξη που «ονειρεύονται» οι σύγχρονοι πολιτικοί  φωστήρες της Αυτοδιοίκησης για τους ιθαγενείς τους, θα αποτελέσει την καταστροφή της Τοπικής Οικονομίας αλλά και των εργαζομένων της, αφού σε όσες χώρες εφαρμόστηκε (3.500 ΕΟΖ ανά τον κόσμο)  οδήγησε στην ευημερία των λίγων και τη φτωχοποίηση των πολλών, στη δημιουργία της σύγχρονης δουλείας, με τεράστια κέρδη για τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.

 

Οι ΕΟΖ στερούν τη δυνατότητα του τόπου για επιλογή ανάπτυξης :

·         Ήπιας μορφής με προστασία του πολύτιμου φυσικού περιβάλλοντος

·         Μικρομεσαίων επιχειρήσεων (σε όλους τους κλάδους) που αποτελούν και τον τροφοδότη της τοπικής οικονομίας

·         Σε τομείς & κλάδους που εμείς θα σχεδιάζουμε & θα αποφασίζουμε

·         Με χρήση τεχνογνωσίας προς όφελος της οικονομίας

·         Με δυνατότητα  ανάπτυξης έρευνας σε κάθε παραγωγικό τομέα της οικονομίας

·         Με επίκεντρο τον άνθρωπο και τις πραγματικές του ανάγκες

 

Στα σχέδια τους δεν χωρά η προστασία της Υγείας και της Περίθαλψης των πολιτών, η αξία της Παιδείας, η αξία της προστασίας των αδυνάτων.

 

Τα σχέδιά τους, μέχρι σήμερα, δεν έχουν οδηγήσει σε κανενός είδους ανάπτυξη. Παραμένουν ίδια χωρίς να μπορούν να επιλύσουν βασικά προβλήματα 30 χρόνια τώρα. Λιμάνια, μεταφορές, ΧΥΤΑ/Υ, ΧΑΔΑ, Νοσοκομεία, Εκπαίδευση, οδικά δίκτυα παραμένουν προβληματικά. Εκατοντάδες εκατομμυρίων έχουν δαπανηθεί και παρόλα αυτά τα βασικά προβλήματα των νησιών μας παραμένουν άλυτα.

Και επειδή δεν μπορούν να τα καταφέρουν, μολονότι έχουν ξοδέψει δεκάδες εκατομμυρίων σε μελέτες που δίνονται με περίεργες απευθείας αναθέσεις και κατασκευές έργων αμφιβόλου  αμφιβόλου αναπτυξιακής και κοινωνικής χρησιμότητας, πάνω στον πανικό της συνεχιζόμενης ύφεσης, που αυτοί οδήγησαν τη χώρα, αποφασίζουν να ελκύσουν επενδυτές ξεπουλώντας, όχι μόνο τις υποδομές (πώληση λιμανιών), αλλά και τη γη, ακόμα και το ανθρώπινο δυναμικό. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την επιμονή για Ειδικές Οικονομικές Ζώνες που αποτελούν τον ορισμό της υποτέλειας.

Αυτού του είδους τα «αναπτυξιακά» σχέδια συναντιούνται μόνο σε χώρες προτεκτοράτα, ενώ είναι αντίθετα τόσο με το Σύνταγμα, την εθνική όσο και με την κοινοτική νομοθεσία.

 

Δεν είναι μόνο ανίκανοι, γίνονται και επικίνδυνοι.

 

Τους Προειδοποιούμε ότι δεν έχουν εκλεγεί με σκοπό να φέρουν και τον εργασιακό Μεσαίωνα στην Περιφέρειά μας, ωθώντας τις τοπικές οικονομίες στην πλήρη υποανάπτυξη και τους πολίτες στην εξαθλίωση.

 

Οι ταξικές επιλογές τους θα κριθούν από τους αγώνες των Κυκλαδιτών και των Δωδεκανήσιων. Αν έχουν επιλέξει να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των μονοπωλίων και της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης λαίλαπας, ο λαός θα τους σταματήσει και θα τους οδηγήσει για πάντα στις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας.

 

Καλούμε τον λαό των Κυκλάδων σε επαγρύπνηση και τους περιφερειακούς συμβούλους να αναλογιστούν την ιστορική τους ευθύνη και να σπάσουν την εκκωφαντική σιωπή τους, γιατί αυτό που διακυβεύεται μεθαύριο με την ψήφο τους είναι το ίδιο το μέλλον του τόπου, το μέλλον των παιδιών μας.

 

-        Όχι στην πολιτική της υποτέλειας

-        Ναι στην ανάπτυξη με επίκεντρο τον άνθρωπο & τις πραγματικές του ανάγκες

-        ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ

 

ΤΕ ΣΥΡΙΖΑ ΣΥΡΟΥ

ΕΙΔΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΖΩΝΕΣ: Να μην περάσουν τα σχέδιά τους!

Λίγες μέρες πριν η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ ( δηλαδή η ΤΡΟΪΚΑ εσωτερικού) ανακοινώσει τα νέα μέτρα σφαγιασμού των λαϊκών στρωμάτων, προκειμένου να διασφαλιστούν τα κέρδη μονοπωλιακών ομίλων και δανειστών, το τοπικό παράρτημα τους, η πλειοψηφία του Περιφερειακού Συμβουλίου Νοτίου Αιγαίου, προετοιμάζει το έδαφος. Συγκεκριμένα, στη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου που θα πραγματοποιηθεί στη Λέρο το Σάββατο 1 Σεπτέμβρη, ετοιμάζονται να θεσμοθετήσουν στα πλαίσια του λεγόμενου « Στρατηγικού Σχεδιασμού» της Περιφέρειας, τις ΕΙΔΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΖΩΝΕΣ (ΕΟΖ), αρχικά για τη Σύρο και τη Ρόδο.
Οι ζώνες αυτές, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αντιγράφει εφαρμογές σκλαβοπάζαρων της Κίνας, Μαλαισίας, Ινδίας, Ιρλανδίας και άλλων εργασιακών παράδεισων (…), είναι περιοχές όπου ισχύουν ειδικά προνόμια (κίνητρα ) για τις μεγάλες επιχειρήσεις (φορολογικές απαλλαγές, αδειοδοτικές «διευκολύνσεις» και κυρίως «ειδικές» εργασιακές σχέσεις για φτηνούς εργαζόμενους με ελάχιστα ή χωρίς δικαιώματα) προκειμένου δήθεν να προσελκυστούν επενδύσεις για την περιβόητη ανάπτυξη που σχεδιάζουν… Ανάπτυξη με μισθούς «Βουλγαρίας», με εργαζόμενους δίχως εργασιακά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, με μηδενική φορολογία για τις επιχειρήσεις, με παραχώρηση της δημόσιας και ιδιωτικής γης και δωρεάν υποδομών στα μονοπώλια κ.ο.κ. Αυτό είναι το καθεστώς των ΕΟΖ, που έχει εφαρμοστεί όχι μόνο στην Βουλγαρία, αλλά και σε όλο τον κόσμο, όπου υπάρχουν περίπου 3.500 ΕΟΖ.

Παρά τα παραμύθια για την διασφάλιση ελαχίστων εργασιακών δικαιωμάτων, η διεθνής εμπειρία από την δημιουργία τέτοιων ζωνών αποδεικνύει ότι, όντως, προσελκύουν επενδύσεις , «δημιουργώντας» μόνιμη εργασιακή εξαθλίωση, μεροκάματα πείνας και περιβαλλοντική υποβάθμιση. Στη περίπτωση δε του Νοτίου Αιγαίου όπου την οικονομία των νησιών ελέγχουν μια χούφτα μεγαλοξενοδόχων και χοντρεμπόρων αγκαλιά με τους πειρατές της ακτοπλοΐας και τους μεγαλοεργολάβους των δήθεν δημόσιων έργων, είναι φανερό ότι η θεσμοθέτηση τέτοιων ζωνών ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΛΚΥΣΗ ΝΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΛΛΑ ΣΤΗΝ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΚΕΡΔΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΣΙΤΩΝ… Ταυτόχρονα ανοίγει το δρόμο για το ξεπούλημα υποδομών ( λιμάνια, μαρίνες, ακτές, ακόμη και νησιά) με «ταχείες διαδικασίες»( fast track), πιθανά με την μορφή της ενοικίασης για 99 χρόνια για την υπερπήδηση συνταγματικών κωλυμάτων αλλά και της όποιας περιβαλλοντικής νομοθεσίας που έχει ακόμη πιθανώς προστατευτικό, για το περιβάλλον, περιεχόμενο…

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι σχεδιασμοί για ειδικές περιοχές με φτηνούς εργαζόμενους έχουν εμφανιστεί από το 1996 και στη χώρα μας από το 1997, με τα λεγόμενα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης (ΤΣΑ), σε 9 περιοχές , τη Δράμα, την Κοζάνη, τη Φλώρινα, την Ημαθία, τη Μαγνησία, τη Βοιωτία, την Αχαΐα, τη Δυτική Αθήνα και τον Πειραιά. Λίγους μήνες μετά το 1998 η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ψήφισε το αντεργατικό τερατούργημα 2639/98 με το οποίο έδωσε χαριστική βολή σε δικαιώματα και κατακτήσεις των εργαζομένων, χτύπησε στην καρδιά της σταθερής και πλήρους απασχόλησης με το χτύπημα του 8ωρου, την νομιμοποίηση των «δουλεμπορικών» γραφείων ( ενοικίαση εργαζομένων), την διεύρυνση της μερικής απασχόλησης, τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, την εφαρμογή και διεύρυνση σε όλη τη χώρα των ΤΣΑ κλπ, με την πλήρη συνενοχή των ξεπουλημένων συνδικαλιστικών πλειοψηφιών στο πλαίσιο του λεγόμενου «ρεαλισμού»… Το πόσο ωφέλησαν τους εργαζόμενους και τις εργασιακές σχέσεις τα σύμφωνα αυτά είναι σήμερα φανερό σε όλους, ενώ το βάθος χρόνου των σχεδιασμών(1996) αποδεικνύει ότι οι σχεδιασμοί αυτοί δεν έχουν να κάνουν με την κρίση υπερκερδών που πληρώνουμε σήμερα, αλλά με τις πάγιες επιδιώξεις της οικονομικής ολιγαρχίας που κυβερνά Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση με «νέο» ή «παλαιο» - «φιλελεύθερες» «σοσιαλιστικές» μέχρι και «αριστερές» μαριονέτες …

Από την άλλη, το βάθος των σχεδιασμών αυτών, σε εποχές πριν την κρίση, δείχνει και τον μοναδικό δρόμο που έχουμε ως εργαζόμενοι αν θέλουμε να αποφύγουμε την βέβαιη εξαθλίωση :



ΚΑΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΧΡΕΟΥΣ – ΚΑΜΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΜΕ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ - ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΟΥ ΕΞΑΘΛΙΩΝΕΙ ΤΟ ΛΑΟ – ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΩΡΑ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΕΣΜΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΝ ΤΟ ΛΑΟ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΜΟΝΙΜΗ ΠΕΙΝΑ!




ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

ΒΙΒΛΙΟ Ολα κραυγάζουν χάος

Leonard Rosen
Ολα κραυγάζουν χάος
Εκδόσεις Τραυλός 2012
σελ. 448

Υστερα από μια μεγάλη σε δύναμη έκρηξη στο κέντρο του Αμστερνταμ ανατινάζεται ένα ολόκληρο ξενοδοχείο και σκοτώνεται ένας 30χρονος μαθηματικός από το Χάρβαρντ λίγο προτού παρουσιάσει μια εργασία του σε διεθνές συνέδριο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Ο επιθεωρητής Ανρί Πουανκαρέ προσπαθεί να βρει τα αίτια της δολοφονίας του νεαρού μαθηματικού χρησιμοποιώντας το ευφυές μυαλό του και τις γνώσεις του στα μαθηματικά.



 

Για το γεφύρι της Παρακοπής


Με το χαρακτήρα του υπερ-επείγοντος ολοκληρώθηκε πριν λίγες ημέρες η αποκατάσταση του πέτρινου στηθαίου στο γεφύρι της Παρακοπής Σύρου.
Ενώ είχε κατατεθεί γραπτό αίτημα της τοπικής κοινότητας Πάγου από το 2011, ενώ υπήρχε άφθονος χρόνος από πέρυσι να ενταχθεί η αποκατάσταση του γεφυριού στο έργο «Συντήρηση Οδικού Δικτύου Σύρου», η περιφερειακή αρχή «ξύπνησε» πριν λίγες ημέρες και ολοκλήρωσε την επισκευή με αδιαφανείς διαδικασίες, χωρίς διαγωνισμό και χωρίς απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής.
Έπρεπε να συμβεί ένα ακόμα ατύχημα, να έρθει το θέμα στις τοπικές εφημερίδες, να πραγματοποιήσει παράσταση ο υπογράφων στον χωρικό αντιπεριφερειάρχη, για να κινηθεί η περιφερειακή αρχή, ανορθόδοξα και παράτυπα, υποκρινόμενη ότι μόλις τώρα πληροφορήθηκε τη ζημιά που περίμενε ένα χρόνο στα αζήτητα.
Για του λόγου το αληθές, ακολουθεί φωτογραφία της ζημιάς από το 2011.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΜΑΝΩΛΗΣ
Περιφερειακός σύμβουλος Ν.Αιγαίου
 
 

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Aνέκδοτες μουσικές του Μάρκου Bαμβακάρη


Από τον Τέο Ρόμβο

Η μόνη μου σχεδόν επαφή με το ρεμπέτικο τραγούδι –επειδή είχα ζήσει για πολλά χρόνια της νιότης μου στο εξωτερικό- ήταν ουσιαστικά η ανάγνωση του πολύ σπουδαίου αυτοβιογραφικού βιβλίου του Μάρκου Βαμβακάρη. Τα χρόνια που ζούσαμε με τη Χαρά στο Κρανίδι της Αργολίδας (1981-83) συχνά τα βράδια ακούγαμε στο κρατικό ραδιόφωνο μουσικές εκπομπές και εγώ μαγνητοφωνούσα κάποιες που μου άρεσαν.
Το 1983 μαγνητοφώνησα τα ανέκδοτα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη.
Ακούγονται 20 τραγούδια που ο Μάρκος έγραψε άρρωστος στο υπόγειο του σπιτιού του στην Παλιά Κοκκινιά το 1961-62. Μερικά από τα τραγούδια αυτά έχουν δισκογραφηθεί αλλά ο Μάρκος επιχείρησε να τα παίξει με κάποιο διαφορετικό κούρδισμα –άκουσμα. Τα τραγούδια έγιναν αντιγραφή στην ΕΡΤ από τους ηχολήπτες Δημήτρη Πουλόπουλο και Σπύρο Δανάλη. Η ηχογράφηση της ταινίας που μας έδωσε ο Στέλιος Βαμβακάρης ήταν μια πρόχειρη ηχογράφηση που έκαναν οι ίδιοι στο σπίτι του Μάρκου Βαμβακάρη.
Παραγωγή: Σοφίας Μιχαλίτση – Β΄ πρόγραμμα, 1983

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ -ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Τροποποιήσεις δρομολογίων πλοίων

Από 18/8/12 και κάθε Σάββατο έχει προστεθεί δρομολόγιο του F/B ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ από Πειραιά για Σύρο – Εύδηλο – Καρλόβασι – Βαθύ.


Από 20/8/12 τροποποιήθηκαν τα απογευματινά δρομολόγια των HIGHSPEED.


Από 20/8/12 τροποποιήθηκαν τα δρομολόγια του ΝΗΣΟΣ ΜΥΚΟΝΟΣ.


Στις 3/9/12 τροποποιείται το τελευταίο δρομολόγιο του HIGHSPEED 5 και θα αναχωρήσει στις 18:25 για Πειραιά.


Στις 4/9/12 σταματάνε τα δρομολόγια των HIGHSPEED.


Από 4/9/12 ξεκινά τα δρομολόγιά του το SEAJET2 στην γραμμή Ραφήνα – Τήνο – Μύκονο – Πάρο – Σύρο - Πειραιά.
 
Πηγή:Πρακτορείο Βασιλικού

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Ο Μάρκος Bαμβακάρης και η συριανή κοινωνία ( 1905-1920)


Του Μάνου Ελευθερίου
(προδημοσίευση)

Αυτοβιογραφία του Βαμβακάρη: «Τράβηξε η καρδιά μου να γράψω την ιστορία μου. Θέλω να την ιδώ γραμμένη και να τη διαβάσω από την αρχή ως το τέλος σα να ήταν κάποιου άλλου. Πιστεύω πως έτσι θα ξεθυμάνει το φούσκωμα της καρδιάς που μου σταλάξανε τόσα πολλά και διάφορα, τέτοια που ο καθένας δεν θα ήθελε να τα έχει στη δική του την ιστορία».
[…] «Όπως είχα γράψει εκείνο το τραγούδι που το έλεγα Μια χειμωνιάτικη βραδιά. Αυτό το ’χα γράψει στη Σύρα μικρός, δεκαπέντε δεκατεσσάρω, τόσο ήμουνα. Κι έκτοτε το θυμάμαι. Το ’γραψα, το πέταξα το χαρτί, αλλά το θυμάμαι απ’ όξω. Το ’χω ως έμβλημα αυτό. Και είχα από τότε το νου μου σ’ αυτή τη δουλειά, τη σύνθεση.
Μια χειμωνιάτικη βραδιά
μέσα σε μαύρη σκοτεινιά
γυρίζω μοναχός μου
με τρώει ο έρημος βοριάς
από τα φύλλα της καρδιάς
χτυπούσε ο παλμός μου
πάντα για ένα σύντροφο
γύριζα τον αγύριστο
τον κόσμο τον ντουνιά
κι αφού σκληρή δεν μ’ αγαπάς
με τρώει ο έρημος βοριάς
κι ο άστατος ντουνάς.
»Είμαστε παιδάκια στη Σύρα και πηγαίναμε και παίζαμε εκεί στην Πορτάρα, στην Πηγή, στο Πλατύ, στα Νερά και ελέγαμε κάτι τραγουδάκια, όχι τραγουδάκια, ποιήματα, άσημα πράματα, ούτε και καν τα θυμάμαι».
Άραγε να άκουσε ο Βαμβακάρης ποτέ τις περιλάλητες καντάδες που ακούγονταν στη νυχτερινή Ερμούπολη; Μάλλον ναι. Τις έκρυψε μέσα του χωρίς να το θέλει και χωρίς να το θέλει χρόνια αργότερα θα του ξεφύγουν ελάχιστες λέξεις για κείνα τα όργανα και για κάποιους συνθέτες ανώνυμους και επώνυμους των χρόνων εκείνων. «Δύο φλάουτα, κιθάρα και βιολί εξύπνησαν την συνοικίαν. Η καντάδα όμως αυτή φαίνεται πως ήξιζε τον κόπον διότι όλα τα παράθυρα είχαν ανοίξει και μετ’ ευχαριστήσεως οι υπ’ αυτά ευρισκόμενοι απελάμβανον».
Για τα λόγια των τραγουδιών και για τη μουσική ενώ στην αρχή προφασίζεται ότι δεν θυμάται τίποτα γιατί έφυγε μικρός, όσο ζεσταινόταν στην αφήγηση με τις μέρες άρχισε να θυμάται και να υπαγορεύει θαυμαστές λεπτομέρειες. Π.χ. «Τρίτο καραντουζένι είναι το σ υ ρ ι α ν ό βαρύ ζεμπέκικο: Χήρα μαυροφορεμένη, βρε, την καρδιά μου πώς κραδαίνεις και άλλο σε συριανό ντουζένι και ζεμπέκικο πάλι, γιουρούκικο είναι το: Μαύρα μάτια και μεγάλα, βρε, ζυμωμένα με το γάλα».Κι ακόμη σε άλλη περίοδο της εξομολόγησής του: «Της έδωσε δεκαφτά μαχαιριές. Τη σκότωσε. Το λέει και το παλιό, παμπάλαιο συριανό χασάπικο: Να πεθάνεις, να πεθάνεις, να πεθάνεις/ με τα νάζια και τα κόλπα που μου κάνεις» το οποίο συριανό παμπάλαιο τραγούδι το παρουσίασε αργότερα ως δικό του: «Να πεθάνεις, να πεθάνεις, να πεθάνεις/ με τα κόλπα/ με τα κόλπα που μου κάνεις, / Να πεθάνεις, να πεθάνεις, να μη ζήσεις/ αν εμένα, αν εμένα παρατήσεις» και ακόμη: «Στο Φάληρο που πλένεσαι, περιστεράκι γένεσαι. Αυτό είναι καθεαυτού συριανό ζεμπέκικο, ματζοράκι» το οποίο και αυτό παρουσίασε ως δικό του τραγούδι. Τα υπόλοιπα στους ειδικούς ερευνητές…
Οι λατέρνες (οργανάκια) στους δρόμους
και οι ορχήστρες των καφενείων
«Η στιχουργία είχε αρχίσει μέσα στο πειθαρχείο (ο Βαμβακάρης είκοσι χρόνων, στα 1925, εκτός Σύρου). Έγραψα τους πρώτους μου στίχους εκεί μέσα. Τους πρώτους μου στίχους τους είχα γράψει προτού να μάθω όργανο, στη Σύρα». Και αναμνήσεις από τη μουσική ζωή της Σύρου των παιδικών του χρόνων: «… Τις Αποκριές κάθε Κυριακή επληρώναμε μια λατέρνα, οργανάκι που λένε, και μας έπαιζε το οργανάκι και χορεύαμε με τα ζεμπέκια στις αλάνες. Το οργανάκι δεν έπαιζε τ’ αποκριάτικα. Έπαιζε βαλς, καντρίλιες, συρτά, καλαματιανά, χασάπικα, ζεμπέκικα, σέρβικα. Η Σύρα είχε πολλά οργανάκια. Ήτανε πλημμυρισμένη. Τα φέρνανε από την Πόλη…».
Ήδη από τον 19ο αιώνα η μουσική και τα τραγούδια στους δρόμους ήταν απαραίτητο εξάρτημα των διασκεδάσεων της εργατικής κυρίως τάξης. Αναφέρω ελάχιστα από το θαυμαστό βιβλίο του Θωμά Δρίκου Η πορνεία στην Ερμούπολη τον 19ο αιώνα (Εφ. «Αστήρ των Κυκλάδων», του 1858):
«Νοστιμώτατον θέλει είναι τη αληθεία όταν διδασκομένων των μαθητών εις την εκκλησιαστικήν μουσικήν και ψαλλόντων χερουβικά και κοινωνικά [sic] και άλλα τοιαύτα ιερά άσματα, διαβαίνοντες έξωθεν του σχολείου τρεις τέσσερις βρακοφόροι [ασφαλώς Κρητικοί ή Χιώτες] και ενηγκαλισμένοι αλλήλους, … συμψάλλωσι το αδέσποτον εκείνο αμάν, ή άλλο τι εκ των αισχρών ασμάτων, τα οποία ασυστόλως τραγωδούσι καθ’ όλας τας οδούς της πόλεως…».
Στα 1861 ο Δ. Μ. καταδικάστηκε σε πρόστιμο μιας δραχμής διότι «είχεν εντός του κατά την Αγοράν ξενοδοχείου του μουσικούς παιανίζοντας και μουσικά όργανα εναντίον αστυνομικής διατάξεως».
Την ίδια χρονιά κάποιος καφεπώλης καταδικάστηκε σε πρόστιμο πέντε δραχμών διότι “εντός του καφενείου του είχεν διαφόρους τραγωδούντες εις ους εχορήγει μεθυστικά ποτά”. Οι βρακοφόροι κυκλοφορούσαν στην Ερμούπολη σχεδόν μέχρι τη δεκαετία του 1920. Οπωσδήποτε θα τους είχε δει ο Βαμβακάρης.
Τα υπαίθρια καφενεία και ζαχαροπλαστεία του νησιού (ήδη στα 1889 υπήρχαν και γερμανίδες τραγουδίστριες που “χώριζαν αντρόγυνα” με τα σκέρτσα τους!) τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, που πρόλαβε ο Βαμβακάρης, εκτός από Καραγκιόζη, Φασουλή ή Κινηματογράφο, παρουσίαζαν και μικρές ορχήστρες που έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής και τα πιο γνωστά κομμάτια από τις όπερες Τόσκα, Τροβατόρε, Κάρμεν, και Τραβιάτα. Στις 12.6.1910 στο δροσόλουστο παραθαλάσσιο καφενείο τα «Κύματα» έπαιζε «ορχήστρα εκ τριών οργάνων, υπό την διεύθυνσιν του γνωστού κλειδομυμβαλιστού κ. Νεράτζη, ένθα πλείστος κόσμος τρέχει κατά τας νυκτερινάς ιδίως ώρας, απολαμβάνων ομού με την θαλασσίαν αύραν και την συναρπάζουσαν μουσικήν».
Δεν αντέχω να παραλείψω τρία μικρά σημειώματα της εφ. «Απόλλων» της 25 Οκτωβρίου 1906, της «Παλιγγενεσίας» της 25 Μαΐου 1913 και της εφ. «Αυγή» λίγα χρόνια αργότερα, στις 3 Ιανουαρίου 1916. Από σύμπτωση αναφέρονται και όσα όργανα θυμάται ο Βαμβακάρης:
«Εις το μέγα ζαχαροπλαστείον εν τη πλατεία, το διευθυνόμενον ήδη υπό της κυρίας Μαρίας Αντωνίου, τελεία ορχήστρα εκ δύο βιολίων, κλειδοκυμβάλου [πιάνου] και πλαγιαύλου [φλάουτου] τέρπει την φιλόμουσον πελατείαν αυτού. Η γνωστή οικογένεια των καλλιτεχνών Κρασσά αποτελεί την ορχήστραν και τούτο και μόνον αρκεί δια να είναι τις βέβαιος ότι εκεί ακούει όντως μουσικήν. Οι συμπολίται δέον να υποστηρίξωσι το κατάστημα τούτο, διότι θα έχωσι κέντρον ευάρεστον συναθροίσεως κατά τας εσπερινάς ώρας».
«Προ μηνός η πόλις μας απολαμβάνει ένα από τους ολίγους Έλληνας καλλιτέχνας, τον κ. Μιχ. Σκλάβον. Ο κ. Σκλάβος διέπρεψεν ως πλαγιαυλιστής και μουσικοδιδάσκαλος επί πολλά έτη εν Ευρώπη, εσχάτως δε διετέλεσεν Flutist εις την Opera Khediviale του Καΐρου και διευθυντής τής του Gran Trianon του θεάτρου Jardin des Esbakie ορχήστρας ως και ορχηστρών των μεγάλων ξενοδοχείων των περιηγητών της πόλεως εκείνης. Τον κ. Σκλάβον θα απολαύσωμεν καθ’ όλην την θερινήν περίοδον εις την ορχήστραν του αριστοκρατικωτέρου κέντρου της πόλεώς μας και ζυθοπωλείου κ. Γ. Τσαμασφίρη».
Δεν ήταν μόνο τα οργανάκια, τα οποία άλλωστε είχαν ελάχιστα χρόνια παρουσίας. Ήταν κυρίως οι πλανόδιοι οργανοπαίκτες. Όσοι έτρεχαν με την ψυχή στο στόμα από καφενείο σε καφενείο για να διασκεδάσουν τους μεθυσμένους θαμώνες, από τους οποίου δέχονταν και την τελευταία τους δραχμή, καθώς ήταν από τις μετρημένες χαρές της βασανισμένης ζωής τους. Έτρεχαν όμως και σε γάμους όταν τους ζητούσαν, σε βαπτίσεις και στις διασκεδάσεις ονομαστικών εορτών.
Οσάκις δεν υπήρχαν όργανα οι μεθυσμένοι θαμώνες των καφενείων τραγουδούσαν σχεδόν μέχρι τα χαράματα τα τραγούδια της εποχής μην αφήνοντας σε ησυχία τους εργατικούς νοικοκυραίους που ήθελαν να κοιμηθούν ακόμη λίγο πριν ξεκινήσουν νωρίς νωρίς για τα εργοστάσια. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους θαμώνες έκαναν δουλειές του ποδαριού ή δούλευαν στο λιμάνι ως εκφορτωτές.
Ο Θωμάς Δρίκος στο βιβλίο του Η πορνεία στην Ερμούπολη το 19ο αιώνα έχει αλιεύσει κάμποσα παρόμοια δυσάρεστα περιστατικά. Φαίνεται πως ήταν τέτοιος ο χαμός στην Ερμούπολη, δύο βήματα από την ήσυχη, πλην εξίσου πάμπτωχη και βασανισμένη Άνω Σύρο, τον κόσμο του Βαμβακάρη, που τα περισσότερα έφταναν ως τα δικαστήρια για να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Ενδεικτικά αναφέρω μερικές αποφάσεις του πταισματοδικείου Ερμουπόλεως: Ο Ιωάννης Αλεξάνδρου, καφεπώλης, γεννηθείς στη Νάξο, 28 χρόνων, καταδικάστηκε σε πρόστιμο 5 δραχμών «διότι την 4 Ιανουαρίου, περί ώραν 1.30 π.μ. είχεν εντός του ρηθέντος καφφενείου του διαφόρους τραγωδούντες εις ους εχορήγει μεθυστικά ποτά» αριθ. αποφάσεως 5, 6 Μαρτίου 1861.
Ο Νικόλαος Ευφροσυνίδης, καταδικάστηκε ερήμην σε κράτηση δύο ημερών «διότι εντός του καφφενείου του από του μεσονυκτίου μέχρι την 3ην νυκτερινήν, μουσικοί και πολίτες ετραγώδουν», αριθ. αποφάσεως 36, 4 Απριλίου 1861.
Μερικοί άλλοι αθωώθηκαν «παρ’ ότι επαιάνιζον μουσικά όργανα κατά την αγοράν και τας συνοικίας».
Οι Γεώργιος Πρίντεζης και Αντώνιος Μαραγκός, ασφαλώς κάτοικοι της Άνω Σύρου ή των χωριών, καταδικάστηκαν σε πρόστιμο τριών δραχμών διότι «έπαιζον τσιβούριον [το καταραμένο όργανο] και ετραγώδουν αισχρά άσματα εις το καφφενείον» αριθ. αποφάσεως 73, 29 Νοεμβρίου 1874. Δεν έχουν μήτε αυτά τέλος. Αναφέρω ολόκληρα τα ονοματεπώνυμά τους δεδομένου ότι οι «τρομερές πράξεις» τους ήταν θεάρεστες.
Λίγα χρόνια αργότερα, στις 20 Φεβρουαρίου 1887, κάποιος Γεώργιος Βαμβακάρης, 35 χρόνων καταδικάστηκε σε πρόστιμο 8 δραχμών “διότι την νύκτα της 25 Ιανουαρίου περί την 2.30 π.μ. είχεν ανοικτόν το εις τα Καταλύματα οινοπωλείον του και εντός αυτού ανθρώπους άδοντας πίνοντας και διασκεδάζοντας με οργανάκι” και όχι γονατιστοί και προσευχόμενοι για τη σωτηρία του κόσμου.
Τα Καταλύματα ή Καλυβάκια ήταν από τη δεκαετία του 1830 κιόλας το “υγιέστερον μέρος της πόλεως”, ο χώρος που διάλεξαν να έχουν τα σπίτια τους και να εργάζονται σ’ αυτά, έως το τέλος σχεδόν του 19ου αιώνα “αι γυναίκες της απωλείας”. “Το μέρος ήτο απόκεντρον και μακράν εντίμων οικογενειών”. Με τα χρόνια οι γυναίκες κατέβηκαν στο κέντρο της Ερμούπολης και εκεί τις βρήκε ως εφημεριδοπώλης ο δικός μας Βαμβακάρης να βγαίνουν στα μπαλκόνια για την άγρα πελατών και να τον φωνάζουν ν’ ανέβει για ν’ αγοράσουν εφημερίδες και περιοδικά.
Αυτό το τσιβούριον, το σαντούρι, τα «αισχρά άσματα», τα βαλς «του θεάτρου», τα σμυρναίικα των πλανόδιων μουσικών, τα οργανάκια (λατέρνες), τα κάλαντα, η φυσαρμόνικα, η τραμπούκα (τύμπανο), τα μπουζούκια, οι γκάιντες, το ταμπούρλο, το χασάπικο, το σέρβικο, το αρμόνιο της καθολικής εκκλησίας και οι θρησκευτικοί ύμνοι που άκουγε μικρό παιδί –και πολλές φορές σε μεγάλη ηλικία- με τους «λυπητερούς σκοπούς του Επιταφίου» είναι, νομίζω, οι μουσικοί του πρόγονοι που πρόλαβε να γνωρίσει και να τον ακολουθούν σε όλη του τη ζωή.
Εδώ θέλω να κάνω μια μικρή παρένθεση. Στα χρόνια που έμεινα μικρό παιδί στη Σύρα, στο τέλος της δεκαετίας του 1940, πρόλαβα μερικούς ηλικιωμένους πλανόδιους μουσικούς που έπαιζαν σαντούρι, ένα όργανο που με μάγευε, και μπουζούκι και άκουγα να τους αναφέρουν με ονόματα που δε βρήκα στον κατάλογο που μου παραχώρησαν ευγενικά από το Ιστορικό Αρχείο της Ερμούπολης. Πιθανότατα να ήταν «παρατσούκλια» ή, το πιθανότερο, η μουσική να μην ήταν το κύριο επάγγελμά τους. Το δυσάρεστο είναι ότι ρωτώντας πριν από λίγα χρόνια παλαιούς Συριανούς κανένας δεν θυμάται ονόματα. Αφήνω δε ότι Βαμβακάρης στα μάτια των παλαιών Απανωσυριανών ήταν «υποκείμενο κατωτάτης υποστάθμης». Έτσι ακριβώς. Ιδιαίτερα όταν διάβασαν ή τους διάβασαν την Αυτοβιογραφία του.
***
Αυτοβιογραφία: «Ο πατέρας μου εκτός από τη γκάιντα, έπαιζε και λίγο μπουζούκι, έτσι λιγάκι μόνο. Από τη Σύρα ακόμη, πιτσιρίκος άκουσα πολλούς παλαιούς μπουζουξήδες. Το Μανωλάκη τον Τρεισήμιση απ’ την Απάνω Χώρα, το Στραβογιώργη τον αόματο, τον Μαούτσο, τον Αντρικάκη, τους κουρείς Βαφέα και Καραγιάννη και τον Παγκαλάκη, ο οποίος έπαιζε άριστον τζουρά. Αυτοί όλοι είναι Συριανοί. Κι άλλους τους άκουσα να παίζουν εκεί στη Σύρα όταν ήμουνα παιδάκι και δεν είχα ιδέα απ’ αυτή τη δουλειά, και άλλους εδώ, στους τεκέδες. Ο Βαφέας με τ’ όνομα ήτανε δικός μου, Φραγκοσυριανός από την απάνω Χώρα. Ήτανε κουρεύς. Πήγαινα στο κουρείο του. Από τότες δηλαδή έδειχνε ότι εγώ μ’ άρεζε αυτό το όργανο. Κι έφευγα τώρα από το Σκαλί που καθόμαστε και πάγαινα στο Βορνά, είκοσι λεπτά δρόμο. Πήγαινα κεί στο καφενείο να πούμε και καθόμουνα και άκουγα αυτόν τον άνθρωπο όταν ήταν η ώρα που έπαιζε. Ταξίμια έπαιζε. Δημοτικά δεν υπήρχανε στη Σύρα εξόν από κανένα συρτό, από κανένα καλαματιανό. Αυτά. Κάτι πάππου προς πάππου.
»Ο Καραγιάννης, Φραγκοσυριανός κι αυτός, άσος κι αυτός. Εγώ δεν τον άκουσα αλλά, όπως έλεγε ο πατέρας μου, έπαιζε πολύ καλά. Κι αυτός έπαιζε ταξίμια, κάτι πόλκες, κάτι βαλς, κάτι τέτοια πράματα. Αυτοί οι μπουζουξήδες στη Σύρα παίζαν μόνοι, όμως σε γάμους σε βαφτίσια τους παίρνανε αυτουνούς και διάφορα άλλα όργανα π.χ. παίρνανε τον Καραγιάννη, παίρνανε σαντούρια, παίρνανε και κλαρίνα, κιθάρες κι απαρτίζανε μια κομπανία από 4-5 άτομα και πηγαίνανε στα πανηγύρια και σε όλα. Κάτω στην Ερμούπολη υπήρχαν μουσικοί πολλοί. Και μέχρι τώρα ακόμα υπάρχουν.
Υπήρχε ένα κέντρο του Κοληόπουλου. Το θυμάμαι. Κι είχε μουσική, ορχήστρα, κι έπαιζε κάθε βράδυ· βιολιά, σαντούρια, πιάνα, ούτι, όχι μπουζούκια. Παίζανε διάφοροι ρυθμοί αλλά περισσότερα ελαφρά. Διαβάζανε, γράφανε, παίζαν, απ’ όλα. Πάντα υπήρχε μια ορχήστρα στη Σύρα. Και μια και δυο».
Στα 1914 όταν ο Βαμβακάρης ήταν εννιά χρόνων και μπασμένος για καλά στο περιθώριο της Ερμούπολης, οι εφημερίδες αναφέρουν συνεχώς όχι μόνο τα μικρά καθημερινά πταίσματα των κατοίκων ή τα θλιβερά σπουδαιότερα περιστατικά τα οποία οδηγούσαν τους δράστες στη Δικαιοσύνη, όχι μόνο για το λαθρεμπόριο, το οποίο μνημονεύει ο Βαμβακάρης με θαυμαστή λιτότητα, αλλά και για τη λαίλαπα των απεργιών εργατών βυρσοδεψείων και εργατριών κλωστηρίων, όπου εκεί εργαζόταν η μητέρα του άγνωστο για πόσο διάστημα:
«Στο 1915 κυρίζεται ο αποκλεισμός από τους συμμάχους.Τότες οργίαζε το λαθρεμπόριο. Ο θείος μου ο μπακάλης έκανε κι αυτός λαθρεμπόριο ζάχαρης και τσιγαρόχαρτου. Ο πατέρας μου βοηθούσε τον κουνιάδο του, μα κι η μητέρα μου βοηθούσε. Εζωνότανε σαν μπλάστρι τη ζάχαρη και το τσιγαρόχαρτο και το κουβαλούσε στην αγορά, στον Πέτσα τον μπακάλη. Από τις πολλές φορές ένας υπενωματάρχης, ο Κιράνης, μας έπιασε. Μας κουβαλήσανε τότες στο κρατητήριο, τη μάνα και μας τα τρία. Εμένα και τα μωρά, το ένα στην αγκαλιά. Δικαστήκαμε και πήγαμε στη φυλακή κι εμείς τα μωρά μαζί με τη μάνα μας, δεκαπέντε μέρες».

Σ τ η μ α γ κ ι ά
Αυτοβιογραφία: … «Μετά από όλα αυτά τα γεγονότα κατέβηκα στη πόλη μέσα στη Σύρα για να πιάσω οποιαδήποτε δουλειά και αν έβρισκα. Πήγα σ’ ένα κρεοπωλείο, χασάπης με κάποιο Λούη Κανέλη, άνθρωπο καλό και πολύ ζόρικο, ο οποίος είχε εγκληματήσει στη Σύρα. Οι Συριανοί είχαν καταθορυβηθεί με το πρώτο εκείνο έγκλημα ανάμεσα σε δυο καθολικούς. Έφυγα από κοντά του γιατί τον εφοβόμουνα. Επήγα μετά σ’ έναν άλλο χασάπη, παραγιός, του Ιωάννη Μίγτα, που ήταν βλάσφημος, νευρικός, αλλά πολύ εντάξει στις συναλλαγές του. Όμως δεν έμεινα κι εκεί πολύ. Κάποιος δημοσιογράφος και εκδότης, ονόματι Ζούλας, εξέδιδε τότε την τοπική εφημερίδα με τίτλο το Παράρτημα και ζητούσε μικρά παιδιά για να πουλούν τις εφημερίδες του. Δεν έχασα καιρό και αμέσως πήγα και τον βρήκα. Μόλις με είδε με κράτησε αμέσως και έτσι άρχισα το καινούργιο μου επάγγελμα, δηλαδή εφημεριδοπώλης.
»Μαζί με μένα ήταν περίπου τριάντα παιδιά ακόμη που όλα πουλούσαν σαν κι εμένα εφημερίδες. Ο εκδότης μας είχε όλα τα παιδιά ομοιόμορφα ντυμένα για διαφημιστικούς σκοπούς, και μας έδινε φαγητό και ύπνο το βράδυ για όσους ήθελαν. Εγώ τις περισσότερες φορές κοιμόμουν εκεί με τα άλλα παιδιά, όλα μαζί σε ένα δωμάτιο σαν στρατιώτες, και εκεί μέσα έβλεπε και άκουγε κανείς ότι δεν μπορούσε να φανταστεί.
»Άρχισα να βλέπω και να γνωρίζω από κοντά τη ζωή του αλήτη, τον υπόκοσμο, την ατιμία, τη χαρτοπαιξία και όλα τα κακά της μοίρας. Αλλά εγώ ήμουν αμέτοχος λόγω κυρίως της ηλικίας μου. Αφού δεν ήσουνα σπίτι σου, μικρό παιδί, τι περίμενες να πας να κάνεις εκεί πέρα, που ήταν άλλοι μικρότεροι, άλλοι μεγαλύτεροι; Παλιοδουλειές, παλιοαθρώποι, διάφορα πράματα γινόντουσαν. Με συγχωρείς, γαμιόντουσαν εκεί μέσα. Κι αλλονώνε πήραν κακοί δρόμοι αργότερα. Δηλαδή αυτό ήταν διαφθορείο, διαφθορείο. Τον Ζούλα δεν τον ένοιαζε. Τι να τον ένοιαζε; Αυτοί ήταν αθρώποι που κοιτάζαν τα λεφτά, κι οικονόμαγε πολλά.
»Λοιπόν εκεί στον Ζούλα μαζευόντουσαν εκεί πέρα διάφοροι κλεφταράδες, μυστήριοι, απ’ όλα. Πόσες φορές ερχόντουσαν η αστυνομία κι ετσάκωνε κανένα. Ρε πούστη που πήγες εχτές κι έκλεψες εκείνο; Ξύλο! Σου λέω παλιοδουλειά. Έχω φάει τη μαγκιά με το κουτάλι».
***
Το Φεβρουάριο του 1911 τρία χρόνια πριν γνωρίσει ο Βαμβακάρης το παιδικό περιθώριο η εφ. «Αυγή», του “μέχρι παθήσεως” ελεγκτή των ηθών και μονομανούς ζηλωτή της αξιοπρέπειας, της θρησκευτικής πίστης και του ίσου δρόμου των ανθρώπων, εκδότη Π. Μ. Στεφάνου, έγραφε για την κατάντια αυτών των παιδιών:
«Η νεαρωτάτη κοινωνία μας τα μικρά παιδιά και εις τα δύο πόλεις [Ερμούπολη και Άνω Σύρο] τόσον εις τας κεντρικάς όσον και εις τας αποκέντρους συνοικίας αφέθησαν εις την τύχην των, και η διαφθορά αυτών προχωρεί, χωρίς οι αρμόδιοι να λαμβάνουν μέριμνα. Εις κάθε γωνίαν πάσης γειτονιάς όμιλοι μικρών παιδιών καταγίνονται εις τα γνωστά χρηματικά παιγνίδια.Ούτως η λάκκα, το τοιχαλάκι, το κορώνα ή γράμματα ευρίσκονται παρά τον παιδικόν κόσμον εις την ημερησίαν διάταξιν. Αυτοί δε είνε οι μέλλοντες λωποδύται και οι χαρτοπαίκται της αύριον. Και η αστυνομία και οι γονείς αγρόν ηγόρασαν, κατά το Ευαγγέλιον!
»Οι μικροί ούτοι χαρτοπαίκται όσα χρήματα κερδίζουν ή αποκρύπτουν από τους γονείς, όσα ημπορούν να αφαιρέσουν από τις τσέπες των οικείων των, τα παίζουν την Κυριακήν το απόγευμα εις το τοιχαλάκι ή την λάκκα. Υπάρχουν και άλλοι, μεγαλύτεροι, άνδρες ωρίμου πλέον ηλικίας, οι οποίοι και παρασύρουν τα μικρά παιδιά εις τα συχαμερά αυτά τυχηρά παιγνίδια δια να αρπάξουν με την επιτηδιότητά των τα χρήματα των μικρών· και η αστυνομία καθεύδει, οι δε γονείς κοιμώνται. Και δεν εννοώ ότι το κορώνα ή γράμματα είνε το γυμναστήριον των λωποδυτών της αύριον, των χαρτοπαικτών του μέλλοντος! Διότι οι παίζοντες χρήματα μικροί δια να εξοικονομήσουν πεντάρες και δεκάρες θα κλέψουν, θα παραμελήσουν την εργασίαν των, θα ψευσθούν […]».
Στις 5 Μαρτίου 1911 η εφ. «Παλιγγενεσία» γράφει για ένα ζήτημα δημοσίας ηθικής και αφορά κυρίως τα καφενεία τα οποία δέχονταν ως θαμώνες τα παιδιά. Κάτι τέτοιο φυσικά ήταν αδιανόητο για την Άνω Σύρο. Δυστυχώς καμιά εφημερίδα στη διάρκεια χρόνων και χρόνων δεν έψαξε, δεν ρώτησε, δεν έμαθε και δεν έγραψε για ποιο λόγο τα παιδιά εκείνου του καιρού ήταν θαμώνες καφενείων και ζυθοπωλείων και μάλιστα σε ώρες όπου υποτίθεται θα βρίσκονταν στο σχολείο ή έστω σε μια εργασία:
«Ζήτημα αφορών εις την δημοσίαν ηθικήν, άλλ’ ατυχώς τέλεον παραμελούμενον, συνιστώμεν τοις αρμοδίοις όπως λάβωσι σοβαρώς υπ’ όψιν. Πρόκειται περί των εν ταις διαφόροις συνοικίας της πόλεως λειτουργούντων κέντρων οκνηρίας, τα οποία κατ’ ευφημισμόν μεν λέγονται καφενεία, κυρίως όμως είνε μολυσματική εστία εξαχρειώσεως και διαφθοράς.
»Υπάρχουσι βεβαίως και εν ταις συνοικίαις αξιοπρεπή καταστήματα, και δη καφενεία, εν οις φοιτώσιν άνδρες σεβαστοί και έντιμοι εργατικοί, ίνα μη αδίκως παρεξηγηθώμεν. Διότι ενταύθα πρόκειται περί εκείνων των νυκτοβίων ούτως ειπείν καταγωγίων, εν οις συναγελάζονται όλως ανήλικοι παίδες, έφηβοι, σπουδάζοντες εκείσε την καθ’ όλου εξαχρείωσιν και διαφθοράν, όσον ίσως δεν αναπτύσσονται εν τη παιδεία των γραμμάτων οι ευφυέστεροι των εις τα διάφορα εκπαιδευτήρια φοιτώντων μαθητών.
»Εάν δε πολίτης τις παρατηρήση τούτο προς τινα αστυνομικόν, θ’ακούση ότι τα τοιαύτα καταστήματα χαίρουν δικαίωμα να είνε ανοικτά, διότι πληρώνουσι φόρον!
»Αφ’ου είνε φαντασιώδες να είπη τις ότι τοιαύτα τρώγλαι ουδ’ επί στιγμήν έπρεπε ν’ ανοιχθώσιν, ως πηγή διαφθοράς, τουλάχιστον η αστυνομία δέον να ενεργή τακτικάς και αυστηράς επιθεωρήσεις εν αυταίς, να εκδιώκη δε και τους επειλημμένους εις τοιαύτα μέρη συχνάζοντας ανηλίκους θαμώνας, έστω και δια του βούρδουλα, να νουθετήση δε ευπρεπώς και κοσμίως τους διευθύνοντας αυτά όπως του λοιπού επ’ ουδενί λόγω επιτρέπωσιν εις νήπια να εισέρχονται εις μέρη αποκλειστικώς δι΄ανδρας».
Η ίδια εφημερίδα επανέρχεται, αναστατωμένη για την τύχη της νεολαίας της Ερμούπολης λίγο καιρό μετά, στις 8 Ιουνίου 1913:
«Περί ώραν 10 μ.μ. εισελθόντες εις τι κεντρικόν οινοπωλείον ευρέθημεν προ θεάματος, το οποίον μας ενέβαλεν εις πολύ θλιβεράς σκέψεις δια το μέλλον της κοινωνίας μας. Ομάς αποτελουμένη εξ 7 ατόμων, εκ των οποίων το μεγαλύτερον δεν ήτο ανώτερον των 10 ετών, εκάθητο εντός του οινοπωλείου και πέριξ τραπέζης επί της οποίας ευρίσκοντο πάντα τα σχετικά του οινοπωλείου, πάντα δε αναισχύντως εκάπνιζον και συνεζήτουν. Φρονούμεν ότι η Αστυνομία έχει καθήκον να περιστείλη το άτοπον τούτο, συνιστώσα εις τα όργανά της όπως περιέρχωνται τα διάφορα κεντρικά και απόκεντρα ταύτα καταστήματα, και όπου δήποτε ευρίσκουν τοιούτους θαμώνας να τους συλλαμβάνουν και να τους τιμωρούν αμειλίκτως. Ελπίζομεν ότι ο διευθυντής της Αστυνομίας κ. Β. Καστρινός παρά του οποίου η πόλις ελπίζει πολλά, θέλει αποβή εις αποτελεσματικήν θεραπείαν του ατόπου τούτου. Δια το οποίον πολλαί οικογένειαι τοιούτων αθώων υπάρξεων θα ευγνωμονώσιν αυτόν».
Τον αστυνόμο Β. Καστρινό επικαλείται και η εφ. «Το Βήμα», στις 23 Νοεμβρίου 1913, προκειμένου να επέμβει και να σώσει τη νεολαία:
«Έξωθι των ιερών ναών του Αγίου Γεωργίου και της Αναστάσεως, επωφελούμενοι της ώρας της θείας λειτουργίας κατά την Κυριακήν και τας εορτάς, πολλοί μόρτηδες παίζουσι ζάρι, λάκκα και άλλα τυχηρά παίγνια, πολλαχώς ασχημονούντες και αισχρολογούντες. Εις την δραστηριότητα του κυρίου Καστρινού συνιστώμεν όπως λάβη τα προσήκοντα μέτρα προς περιστολήν παραβάσεως των Νόμων ήτις δύναται ν’ αποβή λίαν επικίνδυνος δια το μέλλον των μικρών παραβατών».
Οι σπόντες και τα άρθρα καθημερινώς πολλαπλασιάζονται αλλά φαίνεται ότι στο τέλος εκείνοι που νικούν είναι τα παιδιά που γυρνούν στις ταβέρνες ή παίζουν λάκκα και βέβαια οι συμμορίες των ζητιάνων.
Στις 30 Νοεμβρίου η εφ. «Παλιγγενεσία» επανέρχεται για να κακίσει τους επαίτες και δη τα ανήλικα παιδιά που περιφέρονται σε καφενεία και οινοπωλεία «τας προκεχωρηκυίας ώρας».
Η έκκληση προς την αστυνομία επαναλήφθηκε και στις 7 Δεκεμβρίου «όπως δια των οργάνων της καταδιώξη τα εις τα καφενεία των διαφόρων συνοικιών συναθροιζόμενα ανήλικα παιδία τα οποία μετά το πέρας της εργασίας των [sic] χαρτοπαίζουν και οινοποτούν, χάνοντα ούτω πάντα τα χρήματα άτινα δια του ιδρώτος των κερδίζουν ολόκληρον την εβδομάδα»!
Η εφ. «ΕΡΜΟΥΠΟΛΙΣ» στις 18 Δεκεμβρίου 1871 αναφέρει:
«Η πόλις ημών οσημέραι πλουτίζεται δι’ ωδικών καφφενείων και αυτών πλουτιζομένων δι’ αοιδών και μουσικών! Ταύτα δε συντελούσιν εις την αραίωσιν των φοιτητών [ενν. θεατών] του ιταλικού μελοδράματος, εις ο παρατηρείται ότι ολίγος κόσμος φοιτά, ενώ η διασκέδασις αυτού είναι ασυγκρίτως καλλιτέρα της των ωδικών καφφενείων και κάτι ηθικωτέρα, πρόσθες και ευθυνοτέρα».
Το Φεβρουάριο του 1915, ο Βαμβακάρης δέκα χρόνων και σχεδόν μόνιμος κάτοικος της Ερμούπολης λόγω της δουλειάς του, γιορτάστηκε απ’ άκρη σ’ άκρη η Αποκριά και στη συνέχεια η Καθαρά Δευτέρα. Ασφαλώς ήταν εκεί ο μικρός Βαμβακάρης:
«Επί τρεις εβδομάδες καθ’ ο διάστημα διήρκεσεν η αποκριά, ο κόσμος διεσκέδασε, μετημφιέσθη, εχόρευσεν, ετραγώδησεν, ετέλεσε τα βακχεία εν οργάνοις, τα δε οργανάκια τα πολυθόρυβα επήραν και έδοσαν κατ’ οίκον και καθ’οδόν… Το απόγευμα δε της Καθαράς Δευτέρας μέγα πλήθος εξήλθε διασκορπισθέν εις διάφορα σημεία της πόλεως προς εορτασμόν του καρναβά. Αι άμαξαι ιδίως ήσαν εις αέναον κίνησιν. Μεταφέρουσαι διαφόρους ομίλους και οικογενείας εν μεγίστω αριθμώ εις την γραφικήν θέσιν Λαζαρέτα, παρά τον άγιον Ελευθέριον, ένθα υπό τους ήχους της λατέρνας επεδόθησαν εις τον χορόν μέχρι της δύσεως του ηλίου, ότε ανεχώρησαν εκείθεν φαιδροί και εύθυμοι, ευχόμενοι και του χρόνου, καλήν Τεσσαρακοστήν και Καλόν Πάσχα».
«Τσαμπούνες και συρτοί οργανάκια, ξενυκτισμένα τα ζεμπέκια. Ο ταραμάς, τα τουρσιά,οι ελιές, τα κρομμύδια, τα βραχόκουκα εστόλιζαν τα στρωμένα επί γης τραπέζια».
Το Ιούλιο 1915 (ο Βαμβακάρης δέκα χρόνων και βαθύς γνώστης πια του συριανού περιθωρίου) δημοσιεύτηκε κάποιο άρθρο στην εφημερίδα «Το Βήμα» της Ερμούπολης, που κακίζει τους καφεπώλες της πλατείας για την κατάληψη της πλατείας από τα τραπεζάκια τους. Αυτό το έκαναν για να απολαμβάνουν περισσότεροι θαμώνες τα μάγια της μουσικής, αλλά είχε ως επακόλουθο να αυξηθούν και οι ανήλικοι «περιπολούντες» ζητιάνοι:
«Δύο κακά ήρξαντο ανοικτιρμόνως μαστίζοντα τα υπό των φοβερών καυμάτων των ημερών αυτών συναγειρόμενα εν τη πλατεία Μιαούλη πλήθη προς αναψυχήν, οι καφεπώλαι των περί την πλατείαν καφενείων, οίτινες, μη αρκούμενοι εις την δια των τραπεζών και των καθισμάτων των κατάληψιν των προ των καφενείων των ασκεπών χώρων, επέδραμον και εις την πλατείαν, ην καταλαμβάνουσι δια τριπλών και τετραπλών τραπεζοστοιχιών, παρακωλύοντες ούτω πάσαν εν αυτή κίνησιν και οι αποτρόπαιοι την ρυπαρότητα επαίται οίτινες δια των επιμόνων προς ελεημοσύνην προλιπαρήσεών των εξερεθίζουν τα νεύρα των ψυχραιμοτέρων, μέχρι του να εξαναγκάζουσι πολλάκις τους νευρικωτέρους εις χειροδικείας…»
Ας μείνουμε για λίγο στα 1914 και ας αναφέρουμε ορισμένα φαιδρά και δυσάρεστα του μοιραίου, όπως όλα άλλωστε, χρόνου 1914. Έχουμε και λέμε λοιπόν:
- Απαγωγές ανηλίκων κοριτσιών που καταλήγουν, ευτυχώς, σε γάμο.
- Στις συνοικίες Ψαριανά, Τρεις Μύλοι, Νεάπολη, Βρυσαράκια και Καταλύματα (περιοχή των «κοινών» γυναικών) η επιδημία της ευλογιάς κάνει θραύση με δεκάδες θύματα. Συνιστάται καθαριότητα και εμβολιασμός. Στην Άνω Σύρο τα κρούσματα είναι λιγότερα.
- Συνεχείς κλοπές σε σπίτια και καταστήματα. Ελάχιστοι από τους δράστες συλλαμβάνονται.
- Ευτυχείς γάμοι και αρραβώνες. Προαγωγές στρατιωτικών, μεταθέσεις δημοσίων υπαλλήλων, διορισμοί, κατάπλοι πολεμικών πλοίων, μνημόσυνα πεσόντων στους Βαλκανικούς πολέμους. Ο Δημήτριος Βαφιαδάκης χρηματοδοτεί την ανέγερση οβελίσκου με σκοπό να γραφούν όλα τα ονόματα των πεσόντων Κυκλαδιτών. Η περιοχή ονομάζεται έκτοτε Ηρώον (περιοχή της Άμμου), από το οποίο ξεκινούν οι δρόμοι για τις εξοχές και τα πολυάριθμα εργοστάσια. Ανάμεσά τους και το εργοστάσιο Δεληγιάννη, όπου δούλευε ο Βαμβακάρης με τη μητέρα του. Την περιοχή του Ηρώου την αναφέρει και στις αναμνήσεις του.
- Αιματηρές συμπλοκές νταήδων με μαχαίρια, ξιφολόγχες και μαχαιρίδια «μεταξύ δύο λούστρων», μια συμπαθητική εργατική τάξη η οποία εξέλιπε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, από την Ερμούπολη.
- Απόπειρες βιασμού ανηλίκων παιδιών. Τους περισσότερους δράστες τους τσακώνανε για τα περαιτέρω.
- Συλλήψεις κυβοπαικτών, λιποτακτών και των «ανά των οδών κοιμωμένων αγυιοπαίδων».
- Κατασχέσεις παιγνιοχάρτων, λαθρεμπόριο καπνού, σπίρτων και χταποδιών.
***
Για τα διαβόητα παιχνίδια μπαρμπούτι και παπάς,τα οποία λάμπουν και θριαμβεύουν ως τις μέρες μας, όπως επίσης για τα τυχερά παιχνίδια του φτωχού λαού και τον επικείμενο εθισμό των παιδιών, οι συριανές εφημερίδες έγραφαν ανελλιπώς ήδη από τον 19ο αιώνα. Ιδού, ενδεικτικά πάλι, ένα άρθρο της συριανής εφημερίδας «Ήλιος» της 3 Ιανουαρίου 1893:
«Ευχαρίστως είδομεν ότι η αστυνομία Αθηνών κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως απηγόρευσεν αυστηρώς το κατά την πρωτοχρονιάν εν λέσχαις και καφενείοις χαρτοπαίγνιον, η δε διαταγή ετηρήθη, του διευθυντού κ. Μπαϊρακτάρη [του επίσης διαβόητου] αυτοπροσώπως καταδιώξαντος τους αποπειραθέντας να χαρτοπαίξωσι. Αλλ’ ενταύθα ατυχώς δεν εγένετο τοιούτόν τι, από της Πέμπτης έως την μεσημβρίαν και την ημέραν της πρωτοχρονιάς και την επομένην ακόμη, εις όλα τα δημόσια κέντρα απολύτως ετελείτο το χαρτοπαίγνιον. Επρώτευσε κυρίως η οδός Ερμού και αι περί αυτήν όπου η ρολέτα, το κόκκινο ή μαύρο, το καμπαναριό, ο μιναρές και αυτό το ιστορικόν των Γενιτσάρων μπαρμπούτι (γραμμένο με μαύρα γράμματα) επαίζετο ελευθέρως, της εξουσίας παρασχούσης εις τον λαόν τα μέσα να διασκεδάση χάνων τα λεπτά του. Αλλά και πασέτα και τα πλακάκια επαίζοντο και ο εξ Αθηνών και πάσης Ελλάδος καταδιωχθείς παπάς [κι αυτό με μαύρα γράμματα], ευρών ενταύθα καταφύγιον, εδιδάσκετο εν γνώσει και τη ανοχή των αρχών υπό γνωστών λωποδυτών, εις μαθητάς των γυμνασίων και παιδίσκας των δημοτικών σχολείων. Μόλις δε το εσπέρας της Παρασκευής γενομένων πολλών ερίδων, ων τινες κατέληξαν εις συμπλοκάς, παρεμβάσα η χωροφυλακή διέκοψε την εν ταις οδοίς και δημοσία κυβείαν και το χαρτοπαίγνιον».
Κι ένα σημείωμα της εφ. «Παλιγγενεσία» της 3 Οκτωβρίου 1916:
«Διερχόμενοι εκ τινος παρά την Πλατείαν Μιαούλη οδού παρετηρήσαμεν αγυιόπαιδας, οίτινες όλως ανενόχλητοι εν μέση οδώ έπαιζον κύβους [ζάρια]. Φρονούμεν ότι καθήκον έχει η Αστυνομία ίνα φροντίση να καταστείλη το κακόν τούτο, διότι εκτός του ότι και ούτοι καταστρέφονται δια τούτου, δεν αρμόζει εν μέσω της κεντρικωτάτης οδού της πόλεως να φαίνωνται τοιαύται ασχημίαι. Ένεκα τούτου δέον να ληφθή μία πρόνοια δι’ αμφοτέρους τους λόγους ους ανωτέρω αναφέρομεν».
Η εφ. «Παλιγγενεσία» της Ερμούπολης έγραφε στις 17 Ιανουαρίου 1915:
…Δι ο επιβάλλεται εις την Αστυνομίαν όπως εξαλείψει την τοιαύτην ασχημίαν της επαιτείας […] αλλά και να επιθεωρώσι μερικά κουτούκια εν ταις συνοικίαις και εκτός της πόλεως, ένθα συχνάζουσιν όλως ανήλικοι παίδες, επιδιδόμενοι εις την οινοποσίαν και βυθιζόμενοι προώρως εις την κατάχρησιν, κινδυνεύοντες ούτω να καταντήσωσι θάττον ή βράδιον αλκοολικοί και έκφυλοι. Διότι ο αστυνομικός απαιτείται να είνε και ολίγον παιδαγωγικός· άνευ δε τούτων είνε ατυχής, ει μη άχρηστος, και επομένως ακατάλληλος προς αστυνομικήν υπηρεσίαν».

Οι «κοινές» γυναίκες στην Ερμούπολη την περίοδο 1905-1920
Αυτοβιογραφία: «Ότι βρωμοδουλειά εγινότανε στη Σύρα, όλα τα ’βλεπα μπροστά μου π.χ. κάτι μικροκλοπές, κάτι ζάρια, χαρτιά, κάτι κακόφημοι οίκοι. Έβλεπα τις ελεύθερες γυναίκες στα δημόσια [πορνεία]. Μάλλον επέρναγα από κάτω και επειδή επούλαγα εφημερίδες και περιοδικά με φωνάζαν οι γυναίκες: “έλα βρε απάνω”. Πήγαινα, μου δίναν λεφτά, με χαδέβανε, αλλά εγώ αγρόν ηγόραζα».
Ο Βαμβακάρης πρέπει τότε να ήταν ανάμεσα στα οχτώ με δέκα χρόνια του. Κλοπές, ζάρια και χαρτιά που αναφέρει τα έχω ενσωματώσει σε άλλες ενότητες. Ενδεικτικά αναφέρω ένα μόνο περιστατικό, του 1916, μικροκλοπής που ασφαλώς θα το έμαθε: «Άγνωστοι εισελθόντες εκ του ανοικτού παραθύρου του καφεπώλου κ. Ιω. Σταμ., καθ’ ην ώραν απουσίαζεν αφήρεσαν διαφορά εσώρουχα, μανδύλια και δύο δακτυλίδια, μίαν καρφίδα και απήλθον ανενόχλητοι…».
Ας έρθουμε στις «κοινές» αφού ορισμένες είχαν εγκατασταθεί ομαδικά πλέον στο κέντρο σχεδόν της Ερμούπολης, στην άκρη του λιμανιού, σε κάπως, τότε, απόκεντρο σημείο. Μου φαίνεται παράλογο να πήγαινε ο Βαμβακάρης να πουλήσει εφημερίδες και περιοδικά στο «γκέτο» των κοινών γυναικών, στην περιοχή των Καταλυμάτων. Εκείνο το «επέρναγα από κάτω και με φωνάζαν» ασφαλώς παραπέμπει τουλάχιστον σε διώροφα κτίρια με μπαλκόνι, κάτι που δεν είχαν τα Καταλύματα. Εκεί, όπως τα περιγράφει ο Θωμάς Δρίκος, ήταν μονώροφες άθλιες οικίες. Τα δημοσιεύματα του συριανού Τύπου, ιδίως του 19ου αιώνα, είναι άπειρα.
Στα 1908 (ο Βαμβακάρης τριών χρόνων) και αφού στο μεταξύ έχουν γραφεί και πλήθος άλλα σημειώματα στις εφημερίδες για τις γυναίκες της «απωλείας», υπάρχει και τούτο το απρόοπτο.
«Η αστυνομία Σύρου συλλαβούσα πάσας τας εν τη συνοικία των Καταλυμάτων ιεροδούλους και εγκλείσασα αυτάς εις ένα των παρά το παλαιόν ιχθυοπωλείον οίκων ασωτείας επεβίβασε την εσπέραν της προχθές του δια τον Πειραιά ατμοπλοίου απελάσασα πάσας εκεί. Ταυτοχρόνως απηγόρευσε την εν τοις οίκοις τούτοις ενοίκησιν άλλων ιεροδούλων. Αγνοούμεν προς τίνα σκοπόν κατέφυγεν η αστυνομία εις το μέτρον τούτο και απεφάσισεν ούτως να καταργήση τα χαμαιτυπεία, αλλ’ έπραξε κάκιστα, διότι ούτω θα επαυξηθή η κατ’ ιδίαν αισχρότης, και δεν θα υπάρχη ουδεμία επιτήρησις. Εάν δε νομίζει ότι δέον να υποστηρίξη τους υπάρχοντας οίκους ανοχής τον άνεμον διώκει, διότι ο πτωχός κόσμος δεν καταβάλλει αριστοκρατικά τέλη προς τοιούτον σκοπόν…».
Εννοείται ότι οι γυναίκες επιστρέψανε την άλλη κιόλας μέρα στην Ερμούπολη όχι με ιδιωτικά κότερα φυσικά αλλά με τα πλοία της γραμμής!
Στις 27.8.1911 (ο Βαμβακάρης έξι χρόνων και φυσικά δεν πήρε είδηση για τα συμβαίνοντα) δημοσιεύεται ακόμη μία είδηση αλλά αυτή τη φορά αφορούσε “επιχείρηση αρετής” της αστυνομίας, η οποία αστυνομία “συναθροίσασα πάσας τας ανά τας συνοικίας διασκορπισμένας ιεροδούλους της Αφροδίτης, υπέβαλεν αυτάς εις την κεκανονισμένην επίσκεψιν του αστυνομικού ιατρού όστις απέστειλεν αρκετάς εξ αυτών εις το νοσοκομείον, ευρών αυτάς πασχούσας εκ διαφόρων αφροδισίων παθημάτων…”.
Στα 1913 (ο Βαμβακάρης οχτώ χρόνων) άνοιξε πορνείο στο κέντρο ακριβώς της Ερμούπολης, δίπλα σε τίμια σπίτια:
«Άνωθεν του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων παρά τας οικίας Ζαφειροπούλου και Μωραΐτου, κάποια κυρία συνέστησεν πορνείον ή μάλλον οίκον διαφθοράς, περί του οποίου πολλά λέγονται, πλείστα δε ονόματα αναφέρονται, και το σκάνδαλον, ο κίνδυνος και το απρεπές είναι μέγιστα, Όθεν θερμώς παρακαλούμεν την Διεύθυνσιν της Αστυνομίας να σπεύση να κλείση τον οίκον τούτον της ακολασίας, χάριν της δημοσίας υγείας και της ησυχίας της φιλησύχου ταύτης συνοικίας εν τω μέσω της οποίας αληθής εγεννήθη κόλασις. Απευθυνόμενοι προς τον [αστυνόμον] κ. Καστρινόν φρονούμεν ότι δεν είναι ανάγκη να επεκταθώμεν περισσότερον».
Δεν ξέρουμε τι απέγινε. Το πιθανότερο είναι να μετακόμισε σε κάποιο απόκεντρο μέρος. Σήμερα «επίσημη» πορνεία στη Σύρο δεν υπάρχει. Όλοι έγιναν άγγελοι δοξολογούντες τον Παντοκράτορα.
Την επόμενη χρονιά, 1914, το ζεύγος Ξ. κατηγορήθηκε για προσβολή ηθών. «Ήτοι ότι διατηρούντες ενταύθα οικίαν κατά την [διαβόητη] συνοικίαν Καταλύματα, προ πολλού χρόνου παρέχουσιν τόπον προς ασέλγειαν και τόπον διατριβής συντελούντες προς τούτο δια προαγωγών». Επειδή το δικαστήριο είχε αμφιβολίες για την ενοχή τους, τους έδωσε άδεια να συνεχίσουν το έργο τους.
Κι ακόμη: Κηρύχτηκε αθώα η Μαριγώ Κ. από την κατηγορία της πορνείας και την «εξώθησιν προς διαφθορά των ανηλίκων Αδριάνας Ξ. και Μαρίας Τ. … Πράττει δε τούτο συνήθως και επί σκοπώ κέρδους». Τι σκαρφίστηκαν, τι ειπώθηκε από τις παθούσες άγνωστο. Η γυναίκα πάντως αθωώθηκε!
Τον Αύγουστο του 1916 συνελήφθη η απροστάτευτη χήρα Μαριγώ Κ. η Σαντορινιά, 53 χρόνων, νοικοκυρά, η οποία κηρύχτηκε ένοχη λίγο αργότερα από το δικαστήριο διότι «προς τον σκοπόν να υπηρετήση αλλότριον ακολασίαν προήγαγεν εις πορνείαν και εξώθησεν εις διαφθοράν ανήλικον πρόσωπον ήτοι την Ελένην Α. μη συμπληρώσασαν το δέκατον πέμπτον έτος της ηλικίας της, την παρεπλάνησε δια χρημάτων και ωδήγησεν εις την οικίαν του Αντωνίου Π. προς τον σκοπόν της πορνείας, τούτο δε έπραξεν αύτη επί σκοπώ κέρδους».
Αυτοβιογραφία: «Όμως η Σύρα δεν είχε μόνο καλό κόσμο. Η Ερμούπολις λιμάνι ήτανε, μεγάλο κέντρο, και είχε όλα τα δεινά των λιμανιών που τα γνώρισα για λίγο ως εφημεριδοπώλης του Ζούλα, κι αργότερα του Κάνιστρα.
»Και το χασίσι από τη Σύρα ξεκίνησε στην Παλαιά Ελλάδα. Και οι κουτσαβάκηδες εκεί υπήρχαν. Δεν άκουσα εκεί τη λέξη, αυτή, εδώ την άκουσα. Αλλά εκεί βέβαια ήμουνα μικρό παιδί και δεν τα ’ξερα αυτά. Αλλά ήτανε δυνατόν να μην ήτανε στη Σύρα, αφού αυτού ήτανε το καθεαυτού νταραβέρι κι από εκεί πέρα βγήκανε όλα αυτά; Αφού είχανε γράψει μια φορά για τη Σύρα, σαράντα καφενεία και εξηνταριά τεκέδες.
»Εγώ δεν τους πρόκανα εκεί τους τεκέδες γιατί είχανε τελειώσει. Άκουσα όμως από μεγαλύτερους εκ των υστέρων ότι ήτανε διάφοροι μάγκες που πηγαίνανε και φουμέρνανε. Και αυτοί που ντυνόντουσαν σα ζεμπέκια, μάγκες ήτανε σχεδόν, γιατί εχορεύανε να πούμε. Ήτανε και κουτσαβάκηδες. Αλλά όχι ότι ήτανε του σχοινιού και του παλουκιού».
»Όταν επούλαγα εφημερίδες πήγαινα σ’ ένα εργοστάσιο του Πουσιάλου. Στη Σύρα αυτό ακόμα υπάρχει. Κι είχε ένα μηχανικό μέσα κι ήτανε παλιάνθρωπος. »Όποτε πήγαινα μου ’πιανε τα μάγουλα, μου ’πιανε τον κώλο. Τώρα εγώ αυτά τα πράματα τα ’βλεπα, τα ’ξερα. Μέχρι που του λέω μια μέρα. Ρε τι να σου πω, βρε; Θα σου κάνω, λέω, μια φέστα που να χεστείς, του λέω κυριολεκτικά. »Μπορείς να με κάνεις εμένα καλά βρε παλιάνθρωπε; Θα γυρίσεις κορώνα ή γράμματα. Θα σε ξεφτελίσω παλιοκαργιόλη, του λέω, μέσα δω πέρα θα σε πάρουνε χαμπάρι. Τι θέλεις εμένα, εδώ τόσα κορίτσια, τόσες γκόμενες!
»Εγώ δεν ήθελα τέτοια πράματα. Απόφευγα τέτοια πράματα. Κι αυτός έπαθε μια ζημιά που του είχα κάνει. Εκεί που γύριζα το βράδυ και πούλαγα τις εφημερίδες, εγώ ήμουνα μαθημένος με τ’ αλάνια, με ξέρανε τ’ αλάνια που γύρναγα. Μια μέρα μιλούσα μ’ ένα κουτσαβάκη απ’ αυτουνούς που ήταν εκεί πέρα. Κοίτα με πειράζει αυτός, του λέω. Πώς θα γίνει η δουλειά να τον εβγάλουμε όξω να τον πρήξουμε στο ξύλο; Βρεθήκανε τρεις και μου λένε. Δώσ’ του ραντεβού μέρα μεσημέρι στο τάδε μέρος, και το ’κανα αυτό. Και τον δίνω το λοιπόν ένα μεσημέρι, και πήγαμε στο τάδε μέρος. Πάμε. Τώρα τι να κάνει ο κερατάς; Πλακώνουν οι άλλοι. Ξύλο και των γονιώ. Τον εμιζερώσανε και τον πρήξανε. Δεν πήγε ο κερατάς πουθενά να παραπονεθεί. Τι να πει; Μετά το λοιπόν ήταν πρησμένος και δεν πήγαινε στη δουλειά, πού να πάει. Εγώ πάλι πήγαινα στο υφαντουργείο. Βλέπεις δεν πήγαινα μόνο σ’ αυτόνε, πήγαινα και σ’ άλλους εφημερίδες. Α, ρε Φράγκο, μου λέει. Φράγκο μ’ έλεγε εμένα. Καθολικός εγώ, αυτός ήταν ορθόδοξος. Α, ρε Φράγκο, δεν το πίστευα. Κι ακόμα, του λέω, τι έχεις να πάθεις αν μου ξαναμιλήσεις. Αν ήξερα ρε, του λέω, πως έχεις γιο σαν και εμένα, θα πήγαινα το γιο σου να τον εγαμούσα, του λέω. Ήταν μεγάλος, πενηνταπέντε εξήντα χρονώ αυτός, μηχανικός, υπομηχανικός του εργοστασίου. Τέτοιος άνθρωπος ήτανε. Τότε εγώ ήμουν δώδεκα δεκατριών χρονώ παιδί αλλά εύρωστος. Και τι δεν έχω πάθει».
Οι Απόκριες και τα Ζεμπέκια
Αυτοβιογραφία: «Τις Απόκριες στη Σύρα εγινόντουσαν τα ζεμπέκια. Μαζευόντουσαν μέχρι σαράντα νομάτοι. Διατηρούσαν χοροδιδασκαλείο. Μάθαιναν χασάπικο, σέρβικο, χασαποσέρβικο, ζεμπέκικο».
Η λέξη “ζεμπέκια” την οποία καταθέτει με αγάπη και συγκινητική μνήμη ο Βαμβακάρης ελάχιστες φορές αναφέρθηκε στις εφημερίδες. Δεν ξέρω πότε άρχισε. Ξέρω όμως ότι το τέλος τους σήμανε λίγο πριν από την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Οι εφημερίδες με άλλα είχαν να ασχοληθούν. Ήταν κυρίως οι χοροί της Λέσχης και οι χοροί των πλουσίων κατοίκων στα μέγαρά τους, χοροί με 200 προσκαλεσμένους που κρατούσαν μέχρι το πρωί. Ακόμη και χοροί πλουσίων Συριανών που γίνονταν στην Αθήνα και που παρευρίσκονταν οι πρίγκιπες και το διπλωματικό σώμα και που το γεγονός γραφόταν στις αθηναϊκές εφημερίδες, οι Συριανές εφημερίδες το θεωρούσαν χρέος τιμής να αναδημοσιεύουν το γεγονός.
Στα 1838 εκδόθηκε στην Ερμούπολη, το εξαντλημένο από το 1803, βιβλίο του Νικοδήμου του Αγιορείτου Χρηστοήθεια των χριστιανών. Ανάμεσα σε πολλά διδακτικά και δεικτικά κείμενα προς τους παρεκτρεπόμενους χριστιανούς, ανάμεσα σε πλήθος αποσπασμάτων λόγων προφητών, Αποστόλων, Ευαγγελίων και Πατριαρχών υπάρχουν κι ετούτα τα φαιδρά για το «τι κακά ποιούσιν οι χριστιανοί εις τας Αποκρέας». Ανάμεσα σε άλλα γράφει:
«Τις να διηγηθή τας αταξίας οπού οι Χριστιανοί κάμνουσιν εν τω καιρώ των αποκρεών, και μάλιστα εις τα Νησία… Τότε οι χριστιανοί δαιμονίζονται όλοι. Διά τι παίζουν, χορεύουν, τραγουδούν ασυνειδήτως, έως και αυτοί οι πλέον γέροντες; Διά τι φορούν οι άνδρες γυναικεία φορέματα και αι γυναίκες ανδρίκεια; Διά τι ενδύονται έκαστος ιμάτια άλλοιώτικα και προσωπεία, τα κοινώς καλούμενα μουτσούνας; Διά τι επίσης με την ημέραν και όλη τη νύκτα εξοδεύετε εις χορούς και παίγνια, και αταξίας και μασκαριλίκια; Πανηγυρίζει η ασέλγεια, εορτάζει η ακολασία, ευφαίνεται η μέθη, αγάλλεται η τρυφή και ασωτία, χορεύει ο διάβολος με δέκα μανδύλια, διότι όσον κέρδος κάμνουν εις μόνας τας αποκρέας, δεν ημπορούν να το κάμουν εις όλον τον χρόνον. Λυπείται η αρετή, κατήφεια η σωφροσύνη, οδύρεται η χριστιανική σεμνότης και ευταξία, πενθεί ο Χριστός και θρηνούσιν οι Αγγέλοι και Άγιοι και δίκαιοι…»
Τα δημοσιεύματα για τις γιορτές των Απόκρεω είναι συνεχή αυτά τα χρόνια. Ακόμη και τις δύσκολες εποχές της στέρησης αγαθών. Στα 1894, παρ’ όλη την απαισιοδοξία μερικών η Ερμούπολη «διεσκέδασε λαμπρώς καθ’ όλας αυτής τας τάξεις. Πανταχού ήκουέ τις άσματα διαχεόμενα εις τον αέρα και έρρυθμα βήματα πλήττοντα το έδαφος. Ο μανέν, το τραγούδι διεδέχετο τον μπάλο και τον λανσιέ, το δε οργανάκι αντικαθίστα επαξίως το κλειδοκύμβαλον. Ευτυχώς μεθ’ όλην την ευθυμίαν ταύτην των πολιτών, ήτις περιεχύθη από των οικιών μέχρι των οινοπωλείων ουδέν το έκτροπον, ουδέν το εγκληματικόν εγένετο χάρις εις την αυστηράν επαγρύπνισιν της αστυνομίας και τα μέτρα άτινα είχε λάβει αύτη».
Περνούν τα χρόνια, ο Βαμβακάρης στα 1917 είναι πια δώδεκα χρόνων, «ολόκληρος άντρας», ουσιαστικά όλη την ημέρα του και πολλές φορές και τη νύχτα, την περνάει στην Ερμούπολη: «…Μόνο εγώ από την οικογένειά μου εχόρεψα στα ζεμπέκια. Δεν ξέρω αν γίνονται τώρα στη Σύρα, πάντως από κει ήλθαν. […] Ο καθένας καθόταν στη δικιά του τη συνοικία με τους καπετανέους τους, με όλα τους εντάξει. Έπρεπε να δείχνουμε σεβασμό στον καπετάνιο, να υπακούουμε τι μας λέει και να μάθουμε χορό. Αυτός μας δίδασκε. Χορεύαμε και όλος ο κόσμος μας καμάρωνε. Τι θέλεις να δεις μασκαράδες ή αυτά τα πράματα που σου συζητάω, όλο μετάξι. Ωραία πράματα. Τι κοντογούνια, τι τουζλούκια, τι παπούτσια, τι ανθός, ανθός! Δεν ξέρω πώς άρχισαν τα ζεμπέκια. Μέσα στη Σύρα άρχισαν. Τώρα στην Απάνω Χώρα, στην κάτω, δεν ξέρω…»
Οι μέρες είναι σκοτεινές και από εκείνα που προηγήθηκαν και από όσα άγρια έρχονται. Ημέρες αποκριάς του 1917 και αρχίζει το συσσίτιο για τους απόρους Συριανούς: «Ομάδες προσφύγων και απόρων συμπολιτών αντί είκοσι λεπτών λαμβάνουν ικανόν γεύμα εξ ερεβύνθων και για την επομένη λόγω της Απόκρεω το γεύμα είναι μακαρόνια με κιμά». Οι άποροι είναι εκατοντάδες, η περιοχή της κεντρικής Αγοράς της Ερμούπολης έχει γεμίσει ¨κατά την παγεράν του έτους ώραν», ασφαλώς ο Βαμβακάρης όχι μόνο θα πήρε είδηση αυτή την τεράστια σύναξη, αλλά ίσως θα στάθηκε στην ουρά για να πάρει κι εκείνος το λίγο φαγητό των είκοσι λεπτών. Παρ’ όλα αυτά έχουμε δύο μεγάλα δημοσιεύματα της εφ. “Παλιγγενεσία” για την αποκριάτικη Ερμούπολη. Το πρώτο αφορά το χορό στο «διασκευασμένο» Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων» και το δεύτερο γενικά για την αποκριάτικη κίνηση της Ερμούπολης. Ήταν παλιά τακτική να ξηλώνονται τα καθίσματα του θεάτρου και ο χώρος να μετατρέπεται σε πίστα χορού. Παιδάκι στο δημοτικό σχολείο θυμάμαι πολύ αμυδρά μια τέτοια εκδήλωση. Πιθανότατα να μην παραχωρούνταν οι μεγάλες και άνετες αίθουσες της Λέσχης «Ελλάς», της Λέσχης των Χίων. Ίσως και στα δύο κτίρια να μην πήγε ποτέ ο Βαμβακάρης, Όπως και να’ χει πρέπει να ήταν υποτονική η εκδήλωση κι ας χόρεψαν «ένα ή δύο» ελληνικούς χορούς, μάλλον τσάμικο και καλαματιανό.
Στο δεύτερο έχουμε ευτυχώς την αναφορά στην ονομασία της περιοχής της Άμμου, από το σημερινό κτίριο του ΙΚΑ μέχρι το Ηρώον. Ασφαλώς αυτή την εκδήλωση πρέπει να την παρακολούθησε ο Βαμβακάρης και ίσως να πήρε μέρος με τα ζεμπέκια στο χώρο όπου εορτάζονταν η Καθαρά Δευτέρα:
Αυτοβιογραφία: «Το 1917 ετελείωσε ο αποκλεισμός. Δεκατριώ χρονώ παιδί πια και κανείς δεν μπορούσε να μου πει ότι δεν είμαι άνδρας ολόκληρος. Ήταν φερμένος ο πατέρας από το στρατό. Δεν πέρασε πολύ καιρός και μια μέρα έκανα μια κουτσουκέλα. Από ένα αψήλωμα μεγάλο και κατηφορικό κύλησα ένα βράχο πολλές οκάδες για παιχνίδι. Καθώς κατρακυλάει, πέφτει στη στέγη ενός σπιτιού. Ευτυχώς που εκείνη την ώρα δεν υπήρχαν άνθρωποι μέσα, και σπάει τα κεραμίδια και πέφτει μέσα στο σπίτι. Επήγαν στην αστυνομία και με ζήταγαν. Τι να έκανα. Η μητέρα έκλαιγε. Όμως εγώ φοβήθηκα μη με πιάσουν. »Μπαίνω λαθρεπιβάτης σ’ ένα βαπόρι και το σκάω για τον Πειραιά. Το ύψωμα που κατρακύλησα την πέτρα ελεγότανε Περσινός και κει που έπεσε η πέτρα ελεγόταν Πορτάρα. Όταν έφτασα στον Περαία, μετά δέκα μέρες, μου γράψανε ότι δεν με κυνηγάει κανείς γιατί το σπίτι ήταν της θειάς μου της Μαριγής.
»Ως εδώ τελειώνει το δράμα της Σύρου. Όμως η ζωή μου είναι σειρά ολόκληρη από δράματα».

http://periodikotrypa.wordpress.com/2012/08/19/%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bf%cf%85/#comments