Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Σύρος της Άννας Νταλάρα




Σύρος, το νησί της μάνας. Πάρος, το νησί του πατέρα.

Στην αρχή τσακωνόμαστε με την αδελφή μου. Το «διακύβευμα» ήταν στρατηγικής σημασίας. Ποιο από τα δύο σπίτια «γεωπολιτικά» μάς εξασφάλιζε το μακρύτερο ξενύχτι στις διακοπές χωρίς κυρώσεις από γονείς, παππούδες και γιαγιάδες. Η Πάρος βόλευε, γιατί μπαίναμε κατευθείαν από την αυλή στο δωμάτιό μας. Η Σύρος είχε μεν κεντρική είσοδο, αλλά εξασφαλίζαμε τη συνενοχή της γιαγιάς της Πέπης που και πιο ανεκτική ήταν και πιο συνένοχη, δεδομένου ότι γύριζε αργότερα από τα καλοκαιρινά «καρέ του Θανάση». Όταν μεγαλώσαμε, τα χωρίσαμε. Πήρα εγώ την Πάρο και η Πέπη τη Σύρο. Όταν «ωριμάσαμε» τα ξαναγαπήσαμε και τα δύο, και στην ψυχή μας και στα γούστα μας πια είναι ισότιμες πατρίδες, πολύ περισσότερο γιατί η Σύρος θύμιζε στον Γιώργο την πατρίδα του, τον Πειραιά.

Θα σας πω δυο λόγια για τη Σύρο, γιατί για την Πάρο γράφουν πιο πολύ.
Η Σύρος δεν έχει μέσον όρο προτίμησης. Έχω φίλους μου που μόλις έφτασαν, έφυγαν πίσω με το επόμενο καράβι και άλλους που ήρθαν για διακοπές και ξέμειναν! Έχω ακούσει πολλές εκδοχές. Από τη Λούτσα των Κυκλάδων μέχρι τη Βενετία της Ελλάδας. Εγώ αγαπάω και τις δύο εκδοχές. Τους «νεόπτωχους» Συριανούς, που με καλή προαίρεση ζουν μέσα απ’ τις διηγήσεις για την παλιά κοσμοπολίτικη Ερμούπολη. Συριανός ειδήμων της τέχνης έχει ισχυριστεί μπροστά σε άφωνους φίλους μου ότι ο πλαστικός ανάγλυφος πίνακας που απεικονίζει το μυστικό δείπνο και κοσμεί τον τοίχο του, προφανώς δώρο ναυτικού από εξωτική υπαίθρια αγορά, είναι αυθεντικός Ντα Βίντσι! Από την άλλη, η προτροπή Ερμουπολίτισσας αστής κυρίας προς επισκέπτες που τόλμησαν να τη ρωτήσουν πού γίνονται πανηγύρια και απήντησε εκνευρισμένη: «Αν θέλετε βιολιά και νησιώτικα να πάτε στην Πάρο και στη Νάξο». Αλλά και το δολοφονικό χιούμορ της νεοδημοκράτισσας νοικοκυράς που έγραψε με σπρέι στον τοίχο της απέναντι πασοκτζούς, ύστερα από μακροχρόνιες αψιμαχίες για το πού αφήνουν τα σκουπίδια, «γλιτζούδες, η ΕΟΚ σάς μάρανε». Η δε κυρία που έγραψε στο κουδούνι της πόρτας, κάτω από το όνομά της, αντί επαγγέλματος, την ένδειξη «δυσκοίλια», για να αποθαρρύνει τους βιαστικούς και επίμονους επισκέπτες, μάλλον έχει δραπετεύσει από ταινία του Αλμοδόβαρ.

Στη Σύρο έχουμε την ενδοχώρα με τα όμορφα σπίτια, Χρούσα, Παρακοπή, Πισκοπιό.
Μετά είναι και η Άνω Σύρα του Μάρκου, που είναι μια άλλη πόλη, όπως και τα χωριά με τους ευγενείς νοικοκυραίους αγρότες. Στη Σύρο δεν έχουμε νυχτερινή ζωή, περνάμε όμως πολύ ωραία στην Ερμούπολη στην πλατεία, στο Νησάκι στο Λιμάνι, στον Άγιο Νικόλαο στα Βαπόρια. Ήσυχες βραδιές σε μπαρ και καφενεία. Τρομερές πίτσες και παγωτά. Και όλοι μαζί. Φρικιά και γονείς με καρότσια. Επίσης δεν έχουμε σπουδαίες παραλίες, εύκολα προσβάσιμες εννοώ, γιατί με φουσκωτό και βάρκα έχουμε τη Βαρβαρούσα, τη Λεία, τα Γράμματα και τον Αητό. Αυτές είναι υπέροχες ακρογιαλιές και τουλάχιστον η Βαρβαρούσα και η Λεία προσεγγίζονται και από ξηράς με πεζοπορία. Έχουμε και τις κοσμικές μας πλαζ, τις Αγκαθωπές στην Ντελαγράτσια και τον Γαλισσά. Πολλή ρακέτα, πολύ αντηλιακό, πολλή πασαρέλα, πολύ lifestyle περιοδικό, έχουμε το Δελφίνι και το Κόμητο για τους πιο ψαγμένους, εκεί που ο λαϊκός μύθος θέλει την Κατρίν Ντενέβ και τη Μαντόνα να έχουν αγοράσει μεγάλες εκτάσεις. Φαντασιώσεις. Έχουμε του Φετουρή το αγαπημένο ξενοδοχειάκι επίσης στην Ντελαγράτσια, που πρέπει να μείνεις λίγο καιρό για να καταλάβεις την αξία του. Εκεί μας έμαθε μπάνιο η μαμά μας και εκεί εμείς μάθαμε στα παιδιά μας. Εκεί περπάτησε η κόρη μου και έκανε τις πρώτες γκριμάτσες. Της μάθαμε «το πονηρό παπί», που με είχε μάθει ο παππούς ο Θανάσης, πρόσφυγας από το Αϊβαλί, και θα το μάθω και στον εγγονό μου. Είναι πολύ αστείο!

Έχουμε ωραία φτηνά ταβερνάκια στον Φοίνικα, στο Κίνι, στη Βάρη, στον Μέγα Γιαλό, στην Αζόλιμνο.
Οι Συριανοί μοιάζουν με τους Πειραιώτες, λέει ο Γιώργος. Άλλωστε, δεν είναι ακριβώς νησιώτες, γιατί και η Σύρος δεν είναι μόνο νησί. Λιμάνι είναι κυρίως και οι κάτοικοί της «παιδιά του λιμανιού». Με βαριά προφορά, μαγκιά, χιούμορ. Είμαστε ευφάνταστοι, αθώες ψεματούκλες, όμως, και υπερβολές λέμε και γελάμε πολύ.
Στη Σύρο οι άνθρωποι είναι αυτάρκεις, έχουν ζήσει τη βίαιη αλλαγή των οικονομικών συνθηκών εδώ και πάρα πολλά χρόνια, είναι ολιγαρκείς και το κυριότερο στη Σύρο ζεις καλά και ανθρώπινα χειμώνα-καλοκαίρι.
Η Σύρος, τελικά, είναι γυναίκα. Ποτέ σύζυγος, πάντα ερωμένη. Δύστροπη, αλλά αφοπλιστική. Και απαραίτητη. Που ακόμη και αν την επισκέπτεσαι για πρώτη φορά –και, φυσικά, σου αρέσει–, σου δημιουργεί αναμνήσεις. Σου καλλιεργεί τη νοσταλγία για να μπορείς να τη νοσταλγήσεις. Και έτσι να της συγχωρέσεις τις αδυναμίες και τις ελλείψεις της. Όχι όμως η «αρχόντισσα των Κυκλάδων», όπως τη λένε. Μία αστή ρεμπέτισσα είναι. Μία αξιοπρεπής αλήτισσα. Συνδυασμός που κάνει τους κατοίκους της κάτι λίγο παραέξω από ανθρώπινους χαρακτήρες. Κάτι σαν θεατρικούς ρόλους. Ναι, οι Συριανοί είναι ρόλοι. Και η Σύρος το σκηνικό ενός παραθεριστικού κωμειδυλλίου.

http://athensvoice.gr/the-paper/article/401-summer-guide-2012/%CF%83%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.